depletes

[US]/dɪˈpliːts/
[UK]/dɪˈpliːts/
Frequency: Very High

Translation

v. να μειώσει σημαντικά ή να αδειάσει κάτι; να εξαντλήσει ή να αποσυμπιέσει κάτι

Phrases & Collocations

energy depletes

εξαντλείται η ενέργεια

resources depletes

εξαντλούνται οι πόροι

water depletes

εξαντλείται το νερό

time depletes

εξαντλείται ο χρόνος

funds depletes

εξαντλούνται τα κεφάλαια

patience depletes

εξαντλείται η υπομονή

strength depletes

εξαντλείται η δύναμη

options depletes

εξαντλούνται οι επιλογές

motivation depletes

εξαντλείται η προαγωγή

support depletes

εξαντλείται η υποστήριξη

Example Sentences

the long hike depletes my energy quickly.

Η μακρά περπάτηση εξαντλεί γρήγορα την ενέργειά μου.

excessive screen time depletes your focus.

Ο υπερβολικός χρόνος στην οθόνη εξαντλεί την προσοχή σας.

working overtime depletes my motivation.

Ο εργασιακός υπερωριαίος εξαντλεί την προτεραιότητά μου.

stressful situations deplete our mental resources.

Οι στρεσογόνοι καταστάσεις εξαντλούν τους ψυχικούς μας πόρους.

running a marathon depletes physical stamina.

Η διαγωνιστική διαδρομή εξαντλεί τη φυσική αντοχή.

improper nutrition depletes your body’s vitamins.

Η ακατάλληλη διατροφή εξαντλεί τα βιταμίνες του σώματός σας.

overfishing depletes marine life.

Η υπερψαρίσιμο εξαντλεί τη θαλάσσια ζωή.

the drought depletes the water supply.

Η ξηρασία εξαντλεί την παροχή νερού.

high demand depletes the available resources.

Η υψηλή ζήτηση εξαντλεί τους διαθέσιμους πόρους.

chronic illness can deplete one's strength.

Η χρόνια ασθένεια μπορεί να εξαντλήσει τη δύναμη ενός ατόμου.

Popular Words

Explore frequently searched vocabulary

Download App to Unlock Full Content

Want to learn vocabulary more efficiently? Download the DictoGo app and enjoy more vocabulary memorization and review features!

Download DictoGo Now