depositor

[US]/dɪ'pɒzɪtə/
[UK]/dɪ'pɑzɪtɚ/
Frequency: Very High

Translation

n. κάποιος που εισπράττει χρήματα σε ένα λογαριασμό τραπεζικού λογαριασμού
Word Forms

Phrases & Collocations

bank depositor

ταμιευτής τραπεζικού λογαριασμού

Example Sentences

The depositor made a large withdrawal from the bank.

Ο κάτοχος του λογαριασμού έκανε μια μεγάλη ανάληψη από την τράπεζα.

The depositor receives monthly interest on their savings account.

Ο κάτοχος του λογαριασμού λαμβάνει επιτόκιο κάθε μήνα στον ταμειακό του λογαριασμό.

As a depositor, you need to keep track of your account balance.

Ως κάτοχος λογαριασμού, πρέπει να παρακολουθείτε το υπόλοιπο του λογαριασμού σας.

The bank guarantees the safety of the depositor's funds.

Η τράπεζα εγγυάται την ασφάλεια των χρημάτων του κατόχου του λογαριασμού.

The depositor can access their funds through online banking.

Ο κάτοχος του λογαριασμού μπορεί να προσπελάσει τα χρήματά του μέσω τραπεζικής διαδικτυακής υπηρεσίας.

The depositor's signature is required for certain transactions.

Η υπογραφή του κατόχου του λογαριασμού είναι απαραίτητη για ορισμένες συναλλαγές.

The bank provides a statement of account to each depositor.

Η τράπεζα παρέχει ένα στοιχείο λογαριασμού σε κάθε κάτοχο λογαριασμού.

Depositors can choose different types of accounts based on their needs.

Οι κάτοχοι λογαριασμών μπορούν να επιλέξουν διαφορετικούς τύπους λογαριασμών βάσει των αναγκών τους.

The bank offers various benefits to its depositors.

Η τράπεζα προσφέρει διάφορα πλεονεκτήματα στους κατόχους των λογαριασμών της.

Depositors should review the terms and conditions of their accounts carefully.

Οι κάτοχοι λογαριασμών θα πρέπει να ελέγχουν προσεκτικά τους όρους και τις προϋποθέσεις των λογαριασμών τους.

Popular Words

Explore frequently searched vocabulary

Download App to Unlock Full Content

Want to learn vocabulary more efficiently? Download the DictoGo app and enjoy more vocabulary memorization and review features!

Download DictoGo Now