depraved

[ΗΠΑ]/dɪˈpreɪvd/
[ΗΒ]/dɪˈpreɪvd/
Συχνότητα: Πολύ Υψηλό

Μετάφραση

adj. ηθικά διεφθαρμένος· ανήθικος· διεστραμμένος
v. να διεφθάρει· να καταστήσει ηθικά διεφθαρμένο
Word Forms
Past Tensedepraved
Past Participledepraved

Παραδείγματα Προτάσεων

he was a depraved lecher.

Ήταν ένας διεφθαρμένος χυδαίος.

he was a depraved man who had abused his two young daughters.

Ήταν ένας διεφθαρμένος άνθρωπος που είχε κακοποιήσει τις δύο μικρές του κόρες.

Δημοφιλείς Λέξεις

Εξερευνήστε συχνά αναζητημένο λεξιλόγιο

Κατεβάστε την εφαρμογή για να ξεκλειδώσετε όλο το περιεχόμενο

Θέλετε να μάθετε λεξιλόγιο πιο αποδοτικά; Κατεβάστε την εφαρμογή DictoGo και απολαύστε περισσότερες δυνατότητες απομνημόνευσης και επανάληψης λεξιλογίου!

Κατεβάστε το DictoGo τώρα