deprives

[US]/dɪˈpraɪvz/
[UK]/dɪˈpraɪvz/
Frequency: Very High

Translation

v. να αφαιρέσει από; να αρνηθεί την κατοχή

Phrases & Collocations

deprives freedom

αποστερεί ελευθερία

deprives rights

αποστερεί δικαιώματα

deprives choices

αποστερεί επιλογές

deprives opportunities

αποστερεί ευκαιρίες

deprives happiness

αποστερεί ευτυχία

deprives justice

αποστερεί δικαιοσύνη

deprives support

αποστερεί υποστήριξη

deprives peace

αποστερεί ειρήνη

deprives love

αποστερεί αγάπη

deprives security

αποστερεί ασφάλεια

Example Sentences

the lack of sleep deprives me of energy.

Η έλλειψη ύπνου με αφαιρεί την ενέργεια.

his actions deprive others of their rights.

Οι πράξεις του αφαιρούν από τους άλλους τα δικαιώματά τους.

poverty often deprives children of education.

Η πτωχότητα συχνά αφαιρεί από τα παιδιά την εκπαίδευση.

the storm deprived us of power for days.

Η βροχή μας αφαίρεσε την ενέργεια για ημέρες.

she felt that her illness deprived her of a normal life.

Αισθάνταν ότι η ασθένειά της την αφαιρούσε από μια φυσιολογική ζωή.

the new law deprives many workers of their benefits.

Ο νέος νόμος αφαιρεί από πολλούς εργαζόμενους τα προνόμιά τους.

being isolated can deprive people of social interaction.

Η απομόνωση μπορεί να αφαιρεί από τους ανθρώπους την κοινωνική αλληλεπίδραση.

his strict rules deprive the team of creativity.

Οι αυστηροί κανόνες του αφαιρούν από την ομάδα τη δημιουργικότητα.

war often deprives families of their loved ones.

Ο πόλεμος συχνά αφαιρεί από τις οικογένειες τους αγαπημένους τους.

Popular Words

Explore frequently searched vocabulary

Download App to Unlock Full Content

Want to learn vocabulary more efficiently? Download the DictoGo app and enjoy more vocabulary memorization and review features!

Download DictoGo Now