derailed

[US]/dɪˈreɪld/
[UK]/dɪˈreɪld/
Frequency: Very High

Translation

v. παρατελεσματική φόρμα και παρατελεσματικός τύπος του derail; να προκαλέσει ένα τρένο να φύγει από τις σιδηροτροχιές
adj. που έχει φύγει από τις σιδηροτροχιές

Phrases & Collocations

derailed plans

αποτυχημένοι σχεδιασμοί

derailed train

αποτυχημένο τρένο

derailed project

αποτυχημένο έργο

derailed efforts

αποτυχημένες προσπάθειες

derailed discussion

αποτυχημένη συζήτηση

derailed agenda

αποτυχημένη ημερήσια διάταξη

derailed progress

αποτυχημένη πρόοδος

derailed goals

αποτυχημένοι στόχοι

derailed strategy

αποτυχημένη στρατηγική

derailed conversation

αποτυχημένη συνομιλία

Example Sentences

the project was derailed by unexpected funding cuts.

το πρόγραμμα αποκλείστηκε λόγω απροσδόκητων κοπών χρηματοδότησης.

her career was derailed after the scandal.

η καριέρα της αποκλείστηκε μετά τη σκάνδαλο.

the meeting was derailed by a heated argument.

η συνάντηση αποκλείστηκε από ένα θερμό επιχείρημα.

his plans to travel were derailed by the pandemic.

τα σχέδια του για ταξίδια αποκλείστηκαν λόγω της πανδημίας.

the train was derailed due to a landslide.

το τρένο αποκλείστηκε λόγω λατρικού συμβάντος.

her focus was derailed by constant distractions.

η προσοχή της αποκλείστηκε από συνεχείς αποσπάσεις.

the negotiations were derailed by a lack of trust.

οι διαπραγματεύσεις αποκλείστηκαν λόγω έλλειψης εμπιστοσύνης.

his studies were derailed by personal issues.

τα μαθήματά του αποκλείστηκαν λόγω προσωπικών θεμάτων.

the film's production was derailed by legal issues.

η παραγωγή της ταινίας αποκλείστηκε λόγω νομικών θεμάτων.

her motivation was derailed after receiving negative feedback.

η προαγωγή της αποκλείστηκε μετά τη λήψη αρνητικής ανταπόκρισης.

Popular Words

Explore frequently searched vocabulary

Download App to Unlock Full Content

Want to learn vocabulary more efficiently? Download the DictoGo app and enjoy more vocabulary memorization and review features!

Download DictoGo Now