derives from
προέρχεται από
derives its
παράγει το δικό του
derives benefits
παράγει όφελος
derives meaning
παράγει νόημα
derives value
παράγει αξία
derives pleasure
παράγει χαρά
derives energy
παράγει ενέργεια
derives authority
παράγει αρχή
derives inspiration
παράγει εμπνεύσεις
derives support
παράγει υποστήριξη
the word 'biology' derives from the greek words for 'life' and 'study'.
η λέξη 'βιολογία' προέρχεται από τις ελληνικές λέξεις για 'ζωή' και 'μελέτη'.
many english words derive from latin and greek origins.
πολλές αγγλικές λέξεις προέρχονται από λατινικές και ελληνικές πηγές.
this theory derives from extensive research conducted over the years.
η θεωρία προέρχεται από εκτενείς ερευνητικές δραστηριότητες που διεξήχθησαν τα χρόνια.
her confidence derives from years of experience in the field.
η αυτοπεποίθησή της προέρχεται από χρόνια εμπειρίας στον τομέα.
the artist's inspiration derives from nature and its beauty.
η έμπνευση του καλλιτέχνη προέρχεται από τη φύση και την ομορφιά της.
his knowledge derives from both formal education and personal study.
η γνώση του προέρχεται από την τυπική εκπαίδευση και την προσωπική μελέτη.
the product derives its popularity from its unique features.
το προϊόν προέρχεται από τη δημοτικότητα των μοναδικών χαρακτηριστικών του.
the concept derives from ancient philosophies that still resonate today.
η έννοια προέρχεται από αρχαίες φιλοσοφίες που ακόμη ακουστικούν σήμερα.
the river derives its name from the nearby mountain.
το ποταμός προέρχεται το όνομά του από το προσκείμενο βουνό.
the theory derives its validity from empirical evidence.
η θεωρία προέρχεται την ισχύ της από την εμπειρική απόδειξη.
derives from
προέρχεται από
derives its
παράγει το δικό του
derives benefits
παράγει όφελος
derives meaning
παράγει νόημα
derives value
παράγει αξία
derives pleasure
παράγει χαρά
derives energy
παράγει ενέργεια
derives authority
παράγει αρχή
derives inspiration
παράγει εμπνεύσεις
derives support
παράγει υποστήριξη
the word 'biology' derives from the greek words for 'life' and 'study'.
η λέξη 'βιολογία' προέρχεται από τις ελληνικές λέξεις για 'ζωή' και 'μελέτη'.
many english words derive from latin and greek origins.
πολλές αγγλικές λέξεις προέρχονται από λατινικές και ελληνικές πηγές.
this theory derives from extensive research conducted over the years.
η θεωρία προέρχεται από εκτενείς ερευνητικές δραστηριότητες που διεξήχθησαν τα χρόνια.
her confidence derives from years of experience in the field.
η αυτοπεποίθησή της προέρχεται από χρόνια εμπειρίας στον τομέα.
the artist's inspiration derives from nature and its beauty.
η έμπνευση του καλλιτέχνη προέρχεται από τη φύση και την ομορφιά της.
his knowledge derives from both formal education and personal study.
η γνώση του προέρχεται από την τυπική εκπαίδευση και την προσωπική μελέτη.
the product derives its popularity from its unique features.
το προϊόν προέρχεται από τη δημοτικότητα των μοναδικών χαρακτηριστικών του.
the concept derives from ancient philosophies that still resonate today.
η έννοια προέρχεται από αρχαίες φιλοσοφίες που ακόμη ακουστικούν σήμερα.
the river derives its name from the nearby mountain.
το ποταμός προέρχεται το όνομά του από το προσκείμενο βουνό.
the theory derives its validity from empirical evidence.
η θεωρία προέρχεται την ισχύ της από την εμπειρική απόδειξη.
Explore frequently searched vocabulary
Want to learn vocabulary more efficiently? Download the DictoGo app and enjoy more vocabulary memorization and review features!
Download DictoGo Now