| Plural | despisings |
despising others
καταφρόνηση των άλλων
despising oneself
καταφρόνηση του εαυτού
despising authority
καταφρόνηση της εξουσίας
despising weakness
καταφρόνηση της αδυναμίας
despising failure
καταφρόνηση της αποτυχίας
despising ignorance
καταφρόνηση της άγνοιας
despising mediocrity
καταφρόνηση της μετριότητας
despising conformity
καταφρόνηση της συμμόρφωσης
despising tradition
καταφρόνηση της παράδοσης
despising compassion
καταφρόνηση της συμπόνιας
she was despising the way he treated her.
αυτή αντιθρηνούσε για τον τρόπο που την αντιμετώπιζε.
despising others will only lead to loneliness.
το να περιφρονείτε τους άλλους θα οδηγήσει μόνο στην μοναξιά.
he found himself despising the hypocrisy around him.
βρέθηκε να περιφρονεί την υποκρισία γύρω του.
despising failure is not a healthy mindset.
το να περιφρονείτε την αποτυχία δεν είναι υγιής νοοτροπία.
she spoke with a tone of despising indifference.
μίλησε με έναν τόνο περιφρονητικής αδιαφορίας.
he was despising the lack of effort from his team.
περιφρονούσε την έλλειψη προσπάθειας από την ομάδα του.
despising the past won't change the future.
το να περιφρονείτε το παρελθόν δεν θα αλλάξει το μέλλον.
they were despising the unfair treatment they received.
περιφρονούσαν την άδικη μεταχείριση που έλαβαν.
despising oneself can lead to deeper issues.
το να περιφρονείτε τον εαυτό σας μπορεί να οδηγήσει σε βαθύτερα προβλήματα.
he expressed his feelings of despising the system.
έκφρασε τα συναισθήματά του για το περιφρόνηση του συστήματος.
despising others
καταφρόνηση των άλλων
despising oneself
καταφρόνηση του εαυτού
despising authority
καταφρόνηση της εξουσίας
despising weakness
καταφρόνηση της αδυναμίας
despising failure
καταφρόνηση της αποτυχίας
despising ignorance
καταφρόνηση της άγνοιας
despising mediocrity
καταφρόνηση της μετριότητας
despising conformity
καταφρόνηση της συμμόρφωσης
despising tradition
καταφρόνηση της παράδοσης
despising compassion
καταφρόνηση της συμπόνιας
she was despising the way he treated her.
αυτή αντιθρηνούσε για τον τρόπο που την αντιμετώπιζε.
despising others will only lead to loneliness.
το να περιφρονείτε τους άλλους θα οδηγήσει μόνο στην μοναξιά.
he found himself despising the hypocrisy around him.
βρέθηκε να περιφρονεί την υποκρισία γύρω του.
despising failure is not a healthy mindset.
το να περιφρονείτε την αποτυχία δεν είναι υγιής νοοτροπία.
she spoke with a tone of despising indifference.
μίλησε με έναν τόνο περιφρονητικής αδιαφορίας.
he was despising the lack of effort from his team.
περιφρονούσε την έλλειψη προσπάθειας από την ομάδα του.
despising the past won't change the future.
το να περιφρονείτε το παρελθόν δεν θα αλλάξει το μέλλον.
they were despising the unfair treatment they received.
περιφρονούσαν την άδικη μεταχείριση που έλαβαν.
despising oneself can lead to deeper issues.
το να περιφρονείτε τον εαυτό σας μπορεί να οδηγήσει σε βαθύτερα προβλήματα.
he expressed his feelings of despising the system.
έκφρασε τα συναισθήματά του για το περιφρόνηση του συστήματος.
Explore frequently searched vocabulary
Want to learn vocabulary more efficiently? Download the DictoGo app and enjoy more vocabulary memorization and review features!
Download DictoGo Now