despisings of fools
αποθάρρυνση των ανόητων
despisings of truth
αποθάρρυνση της αλήθειας
despisings of authority
αποθάρρυνση της αρχής
despisings of norms
αποθάρρυνση των κανόνων
despisings of tradition
αποθάρρυνση της παραδόσεως
despisings of kindness
αποθάρρυνση της φιλανθροπίας
despisings of wisdom
αποθάρρυνση της σοφίας
despisings of culture
αποθάρρυνση της πολιτισμού
despisings of effort
αποθάρρυνση των προσπαθειών
despisings of beauty
αποθάρρυνση της ομορφιάς
his despisings of authority often got him into trouble.
Οι αποκλεισμοί του από την αρχή συχνά τον έβαζαν σε προβλήματα.
she expressed her despisings for the unfair treatment of workers.
Εκφράστηκε για τους αποκλεισμούς της για την ανεπίσημη μεταχείριση των εργαζομένων.
the despisings shown by the critics were unwarranted.
Οι αποκλεισμοί που έδειξαν οι κριτικοί ήταν αντικαθιστούμενοι.
his despisings of traditional values alienated many friends.
Οι αποκλεισμοί του από τις παραδοσιακές τιμές έκαναν πολλούς φίλους να τον απομακρυνθούν.
she couldn't hide her despisings for the superficial lifestyle.
Δεν μπόρεσε να κρύψει τους αποκλεισμούς της για το επιφανειακό τρόπο ζωής.
the despisings of the team were evident after the loss.
Οι αποκλεισμοί της ομάδας ήταν φανεροί μετά την ήττα.
his despisings of their efforts were hurtful.
Οι αποκλεισμοί του από τις προσπάθειές τους ήταν πονεροί.
she wrote an article about the despisings faced by minorities.
Γράφτηκε ένα άρθρο για τους αποκλεισμούς που αντιμετωπίζουν οι μειονότητες.
despisings from her peers made her feel isolated.
Οι αποκλεισμοί από τους συναδέλφους της την έκαναν να αισθάνεται μοναχική.
his despisings of the project led to its eventual failure.
Οι αποκλεισμοί του από το έργο οδήγησαν στην τελική αποτυχία του.
despisings of fools
αποθάρρυνση των ανόητων
despisings of truth
αποθάρρυνση της αλήθειας
despisings of authority
αποθάρρυνση της αρχής
despisings of norms
αποθάρρυνση των κανόνων
despisings of tradition
αποθάρρυνση της παραδόσεως
despisings of kindness
αποθάρρυνση της φιλανθροπίας
despisings of wisdom
αποθάρρυνση της σοφίας
despisings of culture
αποθάρρυνση της πολιτισμού
despisings of effort
αποθάρρυνση των προσπαθειών
despisings of beauty
αποθάρρυνση της ομορφιάς
his despisings of authority often got him into trouble.
Οι αποκλεισμοί του από την αρχή συχνά τον έβαζαν σε προβλήματα.
she expressed her despisings for the unfair treatment of workers.
Εκφράστηκε για τους αποκλεισμούς της για την ανεπίσημη μεταχείριση των εργαζομένων.
the despisings shown by the critics were unwarranted.
Οι αποκλεισμοί που έδειξαν οι κριτικοί ήταν αντικαθιστούμενοι.
his despisings of traditional values alienated many friends.
Οι αποκλεισμοί του από τις παραδοσιακές τιμές έκαναν πολλούς φίλους να τον απομακρυνθούν.
she couldn't hide her despisings for the superficial lifestyle.
Δεν μπόρεσε να κρύψει τους αποκλεισμούς της για το επιφανειακό τρόπο ζωής.
the despisings of the team were evident after the loss.
Οι αποκλεισμοί της ομάδας ήταν φανεροί μετά την ήττα.
his despisings of their efforts were hurtful.
Οι αποκλεισμοί του από τις προσπάθειές τους ήταν πονεροί.
she wrote an article about the despisings faced by minorities.
Γράφτηκε ένα άρθρο για τους αποκλεισμούς που αντιμετωπίζουν οι μειονότητες.
despisings from her peers made her feel isolated.
Οι αποκλεισμοί από τους συναδέλφους της την έκαναν να αισθάνεται μοναχική.
his despisings of the project led to its eventual failure.
Οι αποκλεισμοί του από το έργο οδήγησαν στην τελική αποτυχία του.
Explore frequently searched vocabulary
Want to learn vocabulary more efficiently? Download the DictoGo app and enjoy more vocabulary memorization and review features!
Download DictoGo Now