detestable

[ΗΠΑ]/dɪ'testəb(ə)l/
[ΗΒ]/dɪ'tɛstəbl/
Συχνότητα: Πολύ Υψηλό

Μετάφραση

Παραδείγματα Προτάσεων

a detestable occupation. Somethingodious is the object of disgust, aversion, or intense displeasure:

make a detestable remark

detestable act of violence

Δημοφιλείς Λέξεις

Εξερευνήστε συχνά αναζητημένο λεξιλόγιο

Κατεβάστε την εφαρμογή για να ξεκλειδώσετε όλο το περιεχόμενο

Θέλετε να μάθετε λεξιλόγιο πιο αποδοτικά; Κατεβάστε την εφαρμογή DictoGo και απολαύστε περισσότερες δυνατότητες απομνημόνευσης και επανάληψης λεξιλογίου!

Κατεβάστε το DictoGo τώρα