diminisher effect
αποτροπή από την επίδραση
diminisher role
ρόλος αποτροπής
diminisher factor
παράγοντας αποτροπής
diminisher model
μοντέλο αποτροπής
diminisher influence
επιρροή αποτροπής
diminisher strategy
στρατηγική αποτροπής
diminisher variable
μεταβλητή αποτροπής
diminisher mechanism
μηχανισμός αποτροπής
diminisher principle
αρχή αποτροπής
diminisher challenge
πρόκληση αποτροπής
the new policy acts as a diminisher of our profits.
η νέα πολιτική δρα ως μειωτήρας των κερδών μας.
his constant criticism is a diminisher of her confidence.
η συνεχής κριτική του είναι μειωτήρας της εμπιστοσύνης της.
excessive screen time can be a diminisher of attention span.
η υπερβολική χρονοδιάρκεια στην οθόνη μπορεί να είναι μειωτήρας του ενδιαφέροντος.
she found that stress was a diminisher of her creativity.
βρήκε ότι η ένταση ήταν μειωτήρας της δημιουργικότητας της.
the lack of resources is a diminisher of our project’s success.
η έλλειψη πόρων είναι μειωτήρας της επιτυχίας του προγράμματός μας.
overeating can be a diminisher of your health.
η υπερφαγία μπορεί να είναι μειωτήρας της υγείας σας.
negative feedback can often be a diminisher of team morale.
η αρνητική αντιστάση μπορεί συχνά να είναι μειωτήρας της ομαδικής πνευματικής δύναμης.
time constraints can serve as a diminisher of quality in work.
οι περιορισμοί χρόνου μπορούν να δραστηριοποιηθούν ως μειωτήρας της ποιότητας στη δουλειά.
his lack of experience is a diminisher of his effectiveness.
η έλλειψη εμπειρίας του είναι μειωτήρας της αποτελεσματικότητας του.
fear of failure is often a diminisher of personal growth.
η φόβος αποτυχίας είναι συχνά μειωτήρας της προσωπικής ανάπτυξης.
diminisher effect
αποτροπή από την επίδραση
diminisher role
ρόλος αποτροπής
diminisher factor
παράγοντας αποτροπής
diminisher model
μοντέλο αποτροπής
diminisher influence
επιρροή αποτροπής
diminisher strategy
στρατηγική αποτροπής
diminisher variable
μεταβλητή αποτροπής
diminisher mechanism
μηχανισμός αποτροπής
diminisher principle
αρχή αποτροπής
diminisher challenge
πρόκληση αποτροπής
the new policy acts as a diminisher of our profits.
η νέα πολιτική δρα ως μειωτήρας των κερδών μας.
his constant criticism is a diminisher of her confidence.
η συνεχής κριτική του είναι μειωτήρας της εμπιστοσύνης της.
excessive screen time can be a diminisher of attention span.
η υπερβολική χρονοδιάρκεια στην οθόνη μπορεί να είναι μειωτήρας του ενδιαφέροντος.
she found that stress was a diminisher of her creativity.
βρήκε ότι η ένταση ήταν μειωτήρας της δημιουργικότητας της.
the lack of resources is a diminisher of our project’s success.
η έλλειψη πόρων είναι μειωτήρας της επιτυχίας του προγράμματός μας.
overeating can be a diminisher of your health.
η υπερφαγία μπορεί να είναι μειωτήρας της υγείας σας.
negative feedback can often be a diminisher of team morale.
η αρνητική αντιστάση μπορεί συχνά να είναι μειωτήρας της ομαδικής πνευματικής δύναμης.
time constraints can serve as a diminisher of quality in work.
οι περιορισμοί χρόνου μπορούν να δραστηριοποιηθούν ως μειωτήρας της ποιότητας στη δουλειά.
his lack of experience is a diminisher of his effectiveness.
η έλλειψη εμπειρίας του είναι μειωτήρας της αποτελεσματικότητας του.
fear of failure is often a diminisher of personal growth.
η φόβος αποτυχίας είναι συχνά μειωτήρας της προσωπικής ανάπτυξης.
Explore frequently searched vocabulary
Want to learn vocabulary more efficiently? Download the DictoGo app and enjoy more vocabulary memorization and review features!
Download DictoGo Now