dimwittedness in youth
ανικανότητα στη νεολαία
dimwittedness at work
ανικανότητα στην εργασία
dimwittedness in politics
ανικανότητα στην πολιτική
dimwittedness and pride
ανικανότητα και υπερηφάνεια
dimwittedness in decisions
ανικανότητα στις αποφάσεις
dimwittedness in discussions
ανικανότητα στις συζητήσεις
dimwittedness is common
η ανικανότητα είναι κοινή
dimwittedness breeds failure
η ανικανότητα προκαλεί αποτυχία
dimwittedness and ignorance
ανικανότητα και αμαθία
dimwittedness can harm
η ανικανότητα μπορεί να προκαλέσει ζημιά
his dimwittedness often led to embarrassing situations.
η αδυναμία του οδηγούσε συχνά σε ενοχλητικές καταστάσεις.
she tried to hide her dimwittedness during the meeting.
προσπάθησε να κρύψει την αδυναμία της κατά τη διάρκεια της συνάντησης.
dimwittedness can sometimes be mistaken for innocence.
η αδυναμία μπορεί μερικές φορές να συγχέεται με αθωότητα.
the comedian joked about his own dimwittedness.
ο κωμιστής έκανε παραπολιτισμό για την δική του αδυναμία.
her dimwittedness was a source of amusement for her friends.
η αδυναμία της ήταν πηγή ψυχαγωγίας για τους φίλους της.
they attributed his failure to his dimwittedness.
αποδίδυν την αποτυχία του στην αδυναμία του.
dimwittedness can be frustrating in a fast-paced environment.
η αδυναμία μπορεί να είναι απαγορευτική σε ένα γρήγορο περιβάλλον.
his dimwittedness was evident in his replies.
η αδυναμία του ήταν φανερή στις απαντήσεις του.
she often joked about her own dimwittedness.
συχνά έκανε παραπολιτισμό για τη δική της αδυναμία.
dimwittedness is not a permanent state; it can improve.
η αδυναμία δεν είναι μια μόνιμη κατάσταση· μπορεί να βελτιωθεί.
dimwittedness in youth
ανικανότητα στη νεολαία
dimwittedness at work
ανικανότητα στην εργασία
dimwittedness in politics
ανικανότητα στην πολιτική
dimwittedness and pride
ανικανότητα και υπερηφάνεια
dimwittedness in decisions
ανικανότητα στις αποφάσεις
dimwittedness in discussions
ανικανότητα στις συζητήσεις
dimwittedness is common
η ανικανότητα είναι κοινή
dimwittedness breeds failure
η ανικανότητα προκαλεί αποτυχία
dimwittedness and ignorance
ανικανότητα και αμαθία
dimwittedness can harm
η ανικανότητα μπορεί να προκαλέσει ζημιά
his dimwittedness often led to embarrassing situations.
η αδυναμία του οδηγούσε συχνά σε ενοχλητικές καταστάσεις.
she tried to hide her dimwittedness during the meeting.
προσπάθησε να κρύψει την αδυναμία της κατά τη διάρκεια της συνάντησης.
dimwittedness can sometimes be mistaken for innocence.
η αδυναμία μπορεί μερικές φορές να συγχέεται με αθωότητα.
the comedian joked about his own dimwittedness.
ο κωμιστής έκανε παραπολιτισμό για την δική του αδυναμία.
her dimwittedness was a source of amusement for her friends.
η αδυναμία της ήταν πηγή ψυχαγωγίας για τους φίλους της.
they attributed his failure to his dimwittedness.
αποδίδυν την αποτυχία του στην αδυναμία του.
dimwittedness can be frustrating in a fast-paced environment.
η αδυναμία μπορεί να είναι απαγορευτική σε ένα γρήγορο περιβάλλον.
his dimwittedness was evident in his replies.
η αδυναμία του ήταν φανερή στις απαντήσεις του.
she often joked about her own dimwittedness.
συχνά έκανε παραπολιτισμό για τη δική της αδυναμία.
dimwittedness is not a permanent state; it can improve.
η αδυναμία δεν είναι μια μόνιμη κατάσταση· μπορεί να βελτιωθεί.
Explore frequently searched vocabulary
Want to learn vocabulary more efficiently? Download the DictoGo app and enjoy more vocabulary memorization and review features!
Download DictoGo Now