disadvantaged

[ΗΠΑ]/dɪsəd'vɑːntɪdʒd/
[ΗΒ]/ˌdɪsəd'væntɪdʒd/
Συχνότητα: Πολύ Υψηλό

Μετάφραση

adj. ανεπαρκής σε πόρους ή ευκαιρίες, σε μειονεκτική θέση
Word Forms
Past Participledisadvantaged

Φράσεις & Συνηθισμένοι Συνδυασμοί

disadvantaged groups

απο disadvantaged groups

disadvantaged children

παιδιά που έχουν μειονεκτήσει

Παραδείγματα Προτάσεων

disadvantaged groups such as the elderly and unemployed.

ευάλωτες ομάδες, όπως οι ηλικιωμένοι και οι άνεργοι.

compassionate toward disadvantaged people;

συμπονετικός προς τους μειονεκτούντες ανθρώπους;

the mentally stultifying effects of a disadvantaged home.

οι ψυχικά καταπιεστικές επιπτώσεις ενός μειονεκτικού σπιτιού.

Undertreatment was particularly prominent among minority and socioeconomically disadvantaged groups.

Η υποθεραπεία ήταν ιδιαίτερα εμφανής μεταξύ των μειονοτήτων και των κοινωνικά και οικονομικά ευάλωτων ομάδων.

In contrast , the regular and good reserved delta front is disadvantaged to form fluxoturbidite.

Σε αντίθεση, το κανονικό και καλό προστατευμένο μπροστινό δέλτα έχει μειονέκτημα στη δημιουργία fluxoturbidite.

Part-time workers, the majority of whom are women, are doubly disadvantaged.

Οι εργαζόμενοι με μερική απασχόληση, οι περισσότεροι από τους οποίους είναι γυναίκες, είναι διπλά μειονεκτικά.

It is sometimes difficult for disadvantaged people to improve (or better ) their situation in life.

Είναι μερικές φορές δύσκολο για τους μειονεκτικά να βελτιώσουν (ή να κάνουν καλύτερα) την κατάστασή τους στη ζωή.

Δημοφιλείς Λέξεις

Εξερευνήστε συχνά αναζητημένο λεξιλόγιο

Κατεβάστε την εφαρμογή για να ξεκλειδώσετε όλο το περιεχόμενο

Θέλετε να μάθετε λεξιλόγιο πιο αποδοτικά; Κατεβάστε την εφαρμογή DictoGo και απολαύστε περισσότερες δυνατότητες απομνημόνευσης και επανάληψης λεξιλογίου!

Κατεβάστε το DictoGo τώρα