disarmed him
τον αποπεριέργισε
get disarmed
να αποπεριέργισαν
disarmed bomb
αποπεριεργασμένη βόμβα
being disarmed
να αποπεριέργισαν
completely disarmed
πλήρως αποπεριέργιστο
disarmed state
κατάσταση αποπεριέργισης
disarmed soldier
αποπεριέργιστος στρατιώτης
disarming presence
παρουσία αποπεριέργισης
disarmed suspicion
αποπεριέργιστη εντύπωση
they disarmed
τους αποπεριέργισαν
the police disarmed the suspect after a tense standoff.
Η αστυνομία αποποντοκόλυνε τον ύποπτο μετά από έναν τεντωμένο αποκλεισμό.
he felt disarmed by her honesty and directness.
Ήταν αποποντοκολυμμένος από την ειλικρίνεια και την ευθύτητά της.
the negotiator skillfully disarmed the situation with calm words.
Ο διαπραγματευτής αποποντοκόλυνε την κατάσταση με ήρεμες λέξεις.
she disarmed us with her charming smile and witty remarks.
Η αποποντοκόλυνε μας με το χαμογελάκι της και τα ευφυή σχόλιά της.
the bomb squad disarmed the device with precision and care.
Η ομάδα εξοπλισμού αποποντοκόλυνε το συσκευαστικό με ακρίβεια και προσοχή.
he was completely disarmed by the child's innocent question.
Ήταν πλήρως αποποντοκολυμμένος από την αθώα ερώτηση του παιδιού.
the comedian disarmed the audience with self-deprecating humor.
Ο κωμικός αποποντοκόλυνε το κοινό με αυτοκαταπραγματευτικό χιούμορ.
the government sought to disarm criticism by releasing the report.
Η κυβέρνηση προσπάθησε να αποποντοκολυμμεί τις κριτικές απελευθερώνοντας το αναφορικό.
the soldier disarmed the enemy combatant during the patrol.
Ο στρατιώτης αποποντοκόλυνε τον αντίπαλο στρατιώτη κατά την περιπολία.
the lawyer disarmed the witness with a series of pointed questions.
Ο δικηγόρος αποποντοκόλυνε το μάρτυρα με μια σειρά ακριβών ερωτήσεων.
the activist disarmed the argument with facts and data.
Η ενεργός αποποντοκόλυνε το επιχείρημα με γεγονότα και δεδομένα.
disarmed him
τον αποπεριέργισε
get disarmed
να αποπεριέργισαν
disarmed bomb
αποπεριεργασμένη βόμβα
being disarmed
να αποπεριέργισαν
completely disarmed
πλήρως αποπεριέργιστο
disarmed state
κατάσταση αποπεριέργισης
disarmed soldier
αποπεριέργιστος στρατιώτης
disarming presence
παρουσία αποπεριέργισης
disarmed suspicion
αποπεριέργιστη εντύπωση
they disarmed
τους αποπεριέργισαν
the police disarmed the suspect after a tense standoff.
Η αστυνομία αποποντοκόλυνε τον ύποπτο μετά από έναν τεντωμένο αποκλεισμό.
he felt disarmed by her honesty and directness.
Ήταν αποποντοκολυμμένος από την ειλικρίνεια και την ευθύτητά της.
the negotiator skillfully disarmed the situation with calm words.
Ο διαπραγματευτής αποποντοκόλυνε την κατάσταση με ήρεμες λέξεις.
she disarmed us with her charming smile and witty remarks.
Η αποποντοκόλυνε μας με το χαμογελάκι της και τα ευφυή σχόλιά της.
the bomb squad disarmed the device with precision and care.
Η ομάδα εξοπλισμού αποποντοκόλυνε το συσκευαστικό με ακρίβεια και προσοχή.
he was completely disarmed by the child's innocent question.
Ήταν πλήρως αποποντοκολυμμένος από την αθώα ερώτηση του παιδιού.
the comedian disarmed the audience with self-deprecating humor.
Ο κωμικός αποποντοκόλυνε το κοινό με αυτοκαταπραγματευτικό χιούμορ.
the government sought to disarm criticism by releasing the report.
Η κυβέρνηση προσπάθησε να αποποντοκολυμμεί τις κριτικές απελευθερώνοντας το αναφορικό.
the soldier disarmed the enemy combatant during the patrol.
Ο στρατιώτης αποποντοκόλυνε τον αντίπαλο στρατιώτη κατά την περιπολία.
the lawyer disarmed the witness with a series of pointed questions.
Ο δικηγόρος αποποντοκόλυνε το μάρτυρα με μια σειρά ακριβών ερωτήσεων.
the activist disarmed the argument with facts and data.
Η ενεργός αποποντοκόλυνε το επιχείρημα με γεγονότα και δεδομένα.
Εξερευνήστε συχνά αναζητημένο λεξιλόγιο
Θέλετε να μάθετε λεξιλόγιο πιο αποδοτικά; Κατεβάστε την εφαρμογή DictoGo και απολαύστε περισσότερες δυνατότητες απομνημόνευσης και επανάληψης λεξιλογίου!
Κατεβάστε το DictoGo τώρα