disastrously

[US]/di'za:strəsli/
[UK]/dɪˈzæstrəslɪ/
Frequency: Very High

Translation

adv. με έναν τρόπο που προκαλεί μεγάλο βλάβη ή ζημιά

Example Sentences

Their profits began to spiral down disastrously.

Οι κέρδη τους ξεκίνησαν να πέφτουν δυστυχώς σε σπειροειδή κατεύθυνση.

The project failed disastrously due to poor planning.

Το πρόγραμμα απέτυχε δυστυχώς λόγω της κακής προετοιμασίας.

The experiment ended disastrously with unexpected results.

Η πειραματική διαδικασία έληξε δυστυχώς με απρόσμενα αποτελέσματα.

The hurricane hit the coastal town disastrously, causing widespread destruction.

Ο τυφώνας προκάλεσε δυστυχώς σοβαρές ζημιές στην παραθαλάσσια πόλη.

The new policy backfired disastrously, leading to a public outcry.

Η νέα πολιτική έχασε το σκοπό της δυστυχώς, προκαλώντας ένα γενικό επανάσταση.

The company's decision to cut costs disastrously affected employee morale.

Η απόφαση της εταιρείας να μειώσει τις δαπάνες επηρέασε δυστυχώς την ψυχολογία των υπαλλήλων.

The concert was organized disastrously, resulting in chaos and confusion.

Η οργάνωση του συναυλίας ήταν δυστυχώς αποτυχημένη, οδηγώντας σε τάραξη και σύγχυση.

The relationship ended disastrously with both parties feeling hurt.

Η σχέση έληξε δυστυχώς με τα δύο μέρη να νιώθουν τραυματισμένα.

The product launch failed disastrously, leading to significant financial losses.

Η κυκλοφορία του προϊόντος απέτυχε δυστυχώς, οδηγώντας σε σημαντικές οικονομικές ζημιές.

The war ended disastrously for the losing side, resulting in devastation.

Ο πόλεμος έληξε δυστυχώς για την χαμένη πλευρά, οδηγώντας σε καταστροφή.

The film's premiere went disastrously, receiving negative reviews from critics.

Η πρεμιέρα του ταινίας ήταν δυστυχώς αποτυχημένη, λαμβάνοντας αρνητικές κριτικές από κριτικούς.

Popular Words

Explore frequently searched vocabulary

Download App to Unlock Full Content

Want to learn vocabulary more efficiently? Download the DictoGo app and enjoy more vocabulary memorization and review features!

Download DictoGo Now