discharge

[ΗΠΑ]/dɪsˈtʃɑːdʒ/
[ΗΒ]/dɪsˈtʃɑːrdʒ/
Συχνότητα: Πολύ Υψηλό

Μετάφραση

vt. αποφόρτωση εμπορευμάτων· αποπληρωμή χρέους· απαλλαγή από καθήκοντα
vi. να ρέει έξω· να πυροβολήσει ένα όπλο· να εκτοξεύσει
n. η απελευθέρωση εκτοξευμένων αντικειμένων
Word Forms
Past Participledischarged
Present Participledischarging
Pluraldischarges
Third Person Singulardischarges
Past Tensedischarged

Φράσεις & Συνηθισμένοι Συνδυασμοί

electric discharge

ηλεκτρική εκκένωση

discharge waste

απόρριψη αποβλήτων

discharge a patient

απελευθέρωση ασθενούς

discharge a duty

εκτέλεση καθήκοντος

discharge of

απόρριψη του

discharge standard

πρότυπο εκφόρτισης

partial discharge

μερική εκφόρτιση

electrical discharge machining

μηχανική ηλεκτρικής εκκένωσης

pollutant discharge

απόρριψη ρύπων

water discharge

εκροή νερού

gas discharge

εκροή αερίου

glow discharge

λάμψη εκκένωσης

discharge from

απόρριψη από

discharge capacity

χωρητικότητα εκφόρτισης

corona discharge

εκκένωση κορώνας

zero discharge

μηδενική εκφόρτιση

flood discharge

εκροή πλημμύρας

pollution discharge

απόρριψη ρύπων

electrostatic discharge

ηλεκτροστατική εκκένωση

arc discharge

εκκένωση τόξου

discharge process

διαδικασία εκφόρτισης

discharge valve

βαλβίδα εκφόρτισης

after discharge

μετά την εκφόρτιση

Παραδείγματα Προτάσεων

the discharge of water

η αποβολή νερού

a discharge of electricity

η εκκένωση ηλεκτρισμού

a discharge of pus.

μια έκκριση πύου.

discharge a patient; discharge a soldier.

απελευθέρωση ασθενούς· απελευθέρωση στρατιώτη.

an army discharge bonus

μπόνους απελευθέρωσης του στρατού

discharge sb. from an obligation

απαλλαγή κάποιου από μια υποχρέωση

discharge a court order.

εκτέλεση δικαστικής εντολής.

money paid in discharge of a claim.

χρήματα που καταβάλλονται ως πληρωμή ενός δικαιώματος.

a fluent discharge from the nose.

μια ρευστή έκκριση από τη μύτη.

a sizzling discharge between sky and turret.

ένα σιγοβράζον εκκένωση μεταξύ ουρανού και πύργου.

a police permit for discharge of an air gun.

άδεια της αστυνομίας για την πυροδότηση ενός αερόστυλου.

discharge one's pistol in the air

να πυροβολήσει το πιστόλι στον αέρα

We have to discharge our duties.

Πρέπει να εκτελέσουμε τα καθήκοντά μας.

He was discharged for incompetence.

Απολύθηκε λόγω ανικανότητας.

a person insufficient to the discharge of his duties

ένα άτομο ανεπαρκές για την εκτέλεση των καθηκόντων του

phreatic discharge (of water)

υδροφόρος (εκκένωση νερού)

The water pipe doesn't discharge freely.

Το σωλήνας νερού δεν αποστραγγίζεται ελεύθερα.

Δημοφιλείς Λέξεις

Εξερευνήστε συχνά αναζητημένο λεξιλόγιο

Κατεβάστε την εφαρμογή για να ξεκλειδώσετε όλο το περιεχόμενο

Θέλετε να μάθετε λεξιλόγιο πιο αποδοτικά; Κατεβάστε την εφαρμογή DictoGo και απολαύστε περισσότερες δυνατότητες απομνημόνευσης και επανάληψης λεξιλογίου!

Κατεβάστε το DictoGo τώρα