discharges

[US]/dɪsˈtʃɑːdʒɪz/
[UK]/dɪsˈtʃɑːrdʒɪz/
Frequency: Very High

Translation

v. η τρίτη ενικό πρόσωπο του εκφορτώματος· να ξεφορτώσεις ένα πλοίο· να απαλλαγείς από υποχρεώσεις ή βάρη· να εκτελέσεις μια εργασία ή υποχρέωση

Phrases & Collocations

medical discharges

ιατρικές απολύσεις

discharges summary

περίληψη απολύσεων

discharges report

αναφορά απολύσεων

discharges policy

πολιτική απολύσεων

discharges process

διαδικασία απολύσεων

discharges instructions

οδηγίες απολύσεων

discharges criteria

κριτήρια απολύσεων

discharges planning

προγραμματισμός απολύσεων

discharges management

διαχείριση απολύσεων

discharges evaluation

αξιολόγηση απολύσεων

Example Sentences

the factory discharges waste into the river.

η εργοστασία εκβάλει απόβλητα στο ποτάμι.

the battery discharges its energy quickly.

η μπαταρία αποφορτίζει γρήγορα την ενέργειά της.

the hospital discharges patients after treatment.

το νοσοκομείο αποδίδει ασθενείς μετά από θεραπεία.

the storm discharges heavy rain and wind.

η καταιγίδα αποδίδει έντον βροχή και άνεμο.

the court discharges the defendant from all charges.

το δικαστήριο απαλλάσσει τον κατηγορούμενο από όλες τις κατηγορίες.

the power plant discharges emissions into the atmosphere.

ο σταθμός παραγωγής ενέργειας εκπέμπει εκπομπές στην ατμόσφαιρα.

the teacher discharges his duties with great care.

ο δάσκαλος εκτελεί τα καθήκοντά του με μεγάλη προσοχή.

the company discharges its responsibilities to the community.

η εταιρεία εκτελεί τις ευθύνειές της προς την κοινότητα.

the volcano discharges lava during an eruption.

το ηφαίστειο εκτοξεύει λάβα κατά τη διάρκεια μιας έκρηξης.

the device discharges static electricity.

η συσκευή εκλύει στατικό ηλεκτρισμό.

Popular Words

Explore frequently searched vocabulary

Download App to Unlock Full Content

Want to learn vocabulary more efficiently? Download the DictoGo app and enjoy more vocabulary memorization and review features!

Download DictoGo Now