disconnecting

[US]/ˌdɪs.kəˈnɛk.tɪŋ/
[UK]/ˌdɪs.kəˈnɛk.tɪŋ/
Frequency: Very High

Translation

v. η πράξη του διαχωρισμού ή της απομάκρυνσης μιας σύνδεσης
adj. που αφορά τη διαδικασία αποσύνδεσης

Phrases & Collocations

disconnecting call

αποσύνδεση κλήσης

disconnecting device

αποσύνδεση συσκευής

disconnecting network

αποσύνδεση δικτύου

disconnecting session

αποσύνδεση συνεδρίας

disconnecting user

αποσύνδεση χρήστη

disconnecting service

αποσύνδεση υπηρεσίας

disconnecting connection

αποσύνδεση σύνδεσης

disconnecting link

αποσύνδεση σύνδεσης

disconnecting signal

αποσύνδεση σήματος

disconnecting protocol

αποσύνδεση πρωτοκόλλου

Example Sentences

disconnecting from technology can improve mental health.

Η αποσύνδεση από την τεχνολογία μπορεί να βελτιώσει την ψυχική υγεία.

he is disconnecting the wires to fix the appliance.

Αποσυνδέει τα καλώδια για να φτιάξει την συσκευή.

disconnecting from negative influences is essential for personal growth.

Η αποσύνδεση από αρνητικές επιρροές είναι απαραίτητη για προσωπική ανάπτυξη.

she is disconnecting the call due to poor reception.

Διακόπτει την κλήση λόγω κακού σήματος.

disconnecting the internet can help you focus on your studies.

Η αποσύνδεση από το διαδίκτυο μπορεί να σας βοηθήσει να συγκεντρωθείτε στις σπουδές σας.

he felt relieved after disconnecting from social media.

Ένιωσε ανακούφιση μετά την αποσύνδεση από τα κοινωνικά δίκτυα.

disconnecting from toxic relationships is necessary for well-being.

Η αποσύνδεση από τοξικές σχέσεις είναι απαραίτητη για την ευημερία.

she is disconnecting her thoughts from the past.

Αποσυνδέει τις σκέψεις της από το παρελθόν.

disconnecting the power supply is the first step in repairs.

Η αποσύνδεση της παροχής ρεύματος είναι το πρώτο βήμα στις επισκευές.

he enjoys disconnecting from the world during his vacations.

Απολαμβάνει να αποσυνδέεται από τον κόσμο κατά τη διάρκεια των διακοπών του.

disconnecting from technology can improve your mental health.

Η αποσύνδεση από την τεχνολογία μπορεί να βελτιώσει την ψυχική σας υγεία.

she is disconnecting the cables to fix the issue.

Αποσυνδέει τα καλώδια για να διορθώσει το πρόβλημα.

he is disconnecting the phone to avoid distractions.

Αποσυνδέει το τηλέφωνο για να αποφύγει τους περισπασμούς.

disconnecting the internet can help you focus better.

Η αποσύνδεση από το διαδίκτυο μπορεί να σας βοηθήσει να συγκεντρωθείτε καλύτερα.

they are disconnecting the power supply for maintenance.

Αποσυνδέουν την παροχή ρεύματος για συντήρηση.

disconnecting from work after hours is important for work-life balance.

Η αποσύνδεση από την εργασία μετά τις ώρες είναι σημαντική για την ισορροπία μεταξύ επαγγελματικής και προσωπικής ζωής.

he felt relieved after disconnecting from the stressful situation.

Ένιωσε ανακούφιση μετά την αποσύνδεση από την αγχωτική κατάσταση.

disconnecting the device will reset its settings.

Η αποσύνδεση της συσκευής θα επαναφέρει τις ρυθμίσεις της.

she enjoys disconnecting from the world during her vacations.

Απολαμβάνει να αποσυνδέεται από τον κόσμο κατά τη διάρκεια των διακοπών της.

Popular Words

Explore frequently searched vocabulary

Download App to Unlock Full Content

Want to learn vocabulary more efficiently? Download the DictoGo app and enjoy more vocabulary memorization and review features!

Download DictoGo Now