discouraged

[ΗΠΑ]/dɪsˈkʌrɪdʒd/
[ΗΒ]/dɪsˈkɜːrɪdʒd/
Συχνότητα: Πολύ Υψηλό

Μετάφραση

adj. αισθητός/η/ο με μειωμένη αυτοπεποίθηση ή ενθουσιασμό· που έχει χάσει την ελπίδα ή την αποφασιστικότητα.

Φράσεις & Συνηθισμένοι Συνδυασμοί

feel discouraged

νιώστε απογοήτευση

be discouraged

γίνετε απογοητευμένοι

discouraged by failure

απογοητευμένοι από την αποτυχία

don't be discouraged

μην απογοητευτείτε

easily discouraged

εύκολα απογοητευμένοι

feeling discouraged

νιώθοντας απογοήτευση

discouraged by criticism

απογοητευμένοι από τις κριτικές

discouraged from trying

απογοητευμένοι από την προσπάθεια

discouraged at work

απογοητευμένοι στη δουλειά

discouraged by others

απογοητευμένοι από τους άλλους

Παραδείγματα Προτάσεων

she felt discouraged after failing the exam.

Ένιωσε απογοητευμένη μετά την αποτυχία της εξέτασης.

don't be discouraged by the criticism.

Μην απογοητευτείτε από την κριτική.

he was discouraged by the lack of support.

Απογοητεύτηκε από την έλλειψη υποστήριξης.

many students feel discouraged during tough times.

Πολλοί μαθητές αισθάνονται απογοητευμένοι σε δύσκολες στιγμές.

she tried not to get discouraged by setbacks.

Προσπάθησε να μην απογοητευτεί από τις αναποδιές.

he was discouraged but decided to keep trying.

Απογοητεύτηκε, αλλά αποφάσισε να συνεχίσει να προσπαθεί.

feeling discouraged can affect your performance.

Το να αισθάνεστε απογοητευμένοι μπορεί να επηρεάσει την απόδοσή σας.

it's easy to feel discouraged when things go wrong.

Είναι εύκολο να αισθανθείτε απογοητευμένοι όταν τα πράγματα δεν πάνε καλά.

she encouraged him not to feel discouraged.

Τον ενθάρρυνε να μην αισθάνεται απογοητευμένος.

he often feels discouraged about his progress.

Συχνά αισθάνεται απογοητευμένος για την πρόοδό του.

he was discouraged from applying for the job.

Αποθαρρύνθηκε να υποβάλει αίτηση για τη θέση εργασίας.

many students become discouraged when faced with difficult subjects.

Πολλοί μαθητές απογοητεύονται όταν αντιμετωπίζουν δύσκολα μαθήματα.

she encouraged her friend not to feel discouraged.

Ενθάρρυνε τον φίλο της να μην αισθάνεται απογοητευμένος.

after several setbacks, he felt discouraged.

Μετά από αρκετές αναποδιές, αισθάνθηκε απογοητευμένος.

it's easy to feel discouraged in tough times.

Είναι εύκολο να αισθανθείτε απογοητευμένοι σε δύσκολες στιγμές.

she was discouraged by the lack of support.

Απογοητεύτηκε από την έλλειψη υποστήριξης.

he tried to remain positive despite feeling discouraged.

Προσπάθησε να παραμείνει αισιόδοξος παρά το γεγονός ότι αισθανόταν απογοητευμένος.

feeling discouraged can be a normal reaction to failure.

Το να αισθάνεστε απογοητευμένοι μπορεί να είναι μια φυσιολογική αντίδραση στην αποτυχία.

Δημοφιλείς Λέξεις

Εξερευνήστε συχνά αναζητημένο λεξιλόγιο

Κατεβάστε την εφαρμογή για να ξεκλειδώσετε όλο το περιεχόμενο

Θέλετε να μάθετε λεξιλόγιο πιο αποδοτικά; Κατεβάστε την εφαρμογή DictoGo και απολαύστε περισσότερες δυνατότητες απομνημόνευσης και επανάληψης λεξιλογίου!

Κατεβάστε το DictoGo τώρα