discourteously ignored
αγνοήθηκε αναιδέως
discourteously interrupted
διακόπηκε αναιδέως
discourteously dismissed
απορρίφθηκε αναιδέως
discourteously spoken
ελέχθη αναιδέως
discourteously treated
αναιδώς αντιμετωπίστηκε
discourteously replied
απαντήθηκε αναιδέως
discourteously behaved
αναιδώς συμπεριφέρθηκε
discourteously acted
αναιδώς ενήργησε
discourteously addressed
αναιδώς απευθύνθηκε
he spoke discourteously to his colleagues during the meeting.
Μίλησε ασυνάρτητα στους συναδέλφους του κατά τη διάρκεια της συνάντησης.
she was discourteously interrupted while giving her presentation.
Διακόπηκε ασυνάρτητα ενώ έδινε την παρουσίασή της.
the customer was treated discourteously by the staff.
Ο πελάτης αντιμετωπίστηκε ασυνάρτητα από το προσωπικό.
it's discourteously to ignore someone's questions.
Είναι ασυνάρτητο να αγνοείτε τις ερωτήσεις κάποιου.
he discourteously dismissed her concerns without consideration.
Αγνόησε τις ανησυχίες της χωρίς να τις λάβει υπόψη, με ασυνάρτητο τρόπο.
being discourteously loud in public places is unacceptable.
Είναι απαράδεκτο να είσαι ασυνάρτητα δυνατός σε δημόσιους χώρους.
she found it discourteously rude when he cut her off.
Την ένοιαξε ασυνάρτητα που την διέκοψε.
they spoke discourteously to the guests at the event.
Μίλησαν ασυνάρτητα στους καλεσμένους στην εκδήλωση.
his discourteously behavior surprised everyone at the dinner.
Η ασυνάρτητη συμπεριφορά του εξέπληξε όλους στο δείπνο.
it was discourteously of him to leave without saying goodbye.
Ήταν ασυνάρτητο από εκείνον να φύγει χωρίς να πει αντίο.
discourteously ignored
αγνοήθηκε αναιδέως
discourteously interrupted
διακόπηκε αναιδέως
discourteously dismissed
απορρίφθηκε αναιδέως
discourteously spoken
ελέχθη αναιδέως
discourteously treated
αναιδώς αντιμετωπίστηκε
discourteously replied
απαντήθηκε αναιδέως
discourteously behaved
αναιδώς συμπεριφέρθηκε
discourteously acted
αναιδώς ενήργησε
discourteously addressed
αναιδώς απευθύνθηκε
he spoke discourteously to his colleagues during the meeting.
Μίλησε ασυνάρτητα στους συναδέλφους του κατά τη διάρκεια της συνάντησης.
she was discourteously interrupted while giving her presentation.
Διακόπηκε ασυνάρτητα ενώ έδινε την παρουσίασή της.
the customer was treated discourteously by the staff.
Ο πελάτης αντιμετωπίστηκε ασυνάρτητα από το προσωπικό.
it's discourteously to ignore someone's questions.
Είναι ασυνάρτητο να αγνοείτε τις ερωτήσεις κάποιου.
he discourteously dismissed her concerns without consideration.
Αγνόησε τις ανησυχίες της χωρίς να τις λάβει υπόψη, με ασυνάρτητο τρόπο.
being discourteously loud in public places is unacceptable.
Είναι απαράδεκτο να είσαι ασυνάρτητα δυνατός σε δημόσιους χώρους.
she found it discourteously rude when he cut her off.
Την ένοιαξε ασυνάρτητα που την διέκοψε.
they spoke discourteously to the guests at the event.
Μίλησαν ασυνάρτητα στους καλεσμένους στην εκδήλωση.
his discourteously behavior surprised everyone at the dinner.
Η ασυνάρτητη συμπεριφορά του εξέπληξε όλους στο δείπνο.
it was discourteously of him to leave without saying goodbye.
Ήταν ασυνάρτητο από εκείνον να φύγει χωρίς να πει αντίο.
Εξερευνήστε συχνά αναζητημένο λεξιλόγιο
Θέλετε να μάθετε λεξιλόγιο πιο αποδοτικά; Κατεβάστε την εφαρμογή DictoGo και απολαύστε περισσότερες δυνατότητες απομνημόνευσης και επανάληψης λεξιλογίου!
Κατεβάστε το DictoGo τώρα