discredits evidence
αποδίκνει τα στοιχεία
discredits claims
αποδίκνει τις διατυπώσεις
discredits facts
αποδίκνει τα γεγονότα
discredits reputation
αποδίκνει την προσωπικότητα
discredits sources
αποδίκνει τις πηγές
discredits arguments
αποδίκνει τους όρους
discredits information
αποδίκνει τις πληροφορίες
discredits studies
αποδίκνει τις μελέτες
discredits theories
αποδίκνει τις θεωρίες
discredits individuals
αποδίκνει τα άτομα
the scandal discredits the entire organization.
το σκάνδαλο αποδίκαινε όλο το οργανόγραμμα.
his actions discredit the hard work of his colleagues.
τα πράγματα του αποδίκαιναν την σκληρή εργασία των συναδέλφων του.
spreading false information discredits the truth.
η διασπορά ψευδών πληροφοριών αποδίκαινε την αλήθεια.
she discredits her own arguments by being inconsistent.
αποδίκαινε τις δικές της επιχειρήσεις για να είναι ανυπόστατη.
critics argue that the report discredits scientific research.
οι κριτικοί υποστηρίζουν ότι το αναφορικό αποδίκαινε την επιστημονική έρευνα.
his refusal to apologize discredits his character.
η αρνηση του να ζητήσει συγνώμη αποδίκαινε το χαρακτήρα του.
discrediting others will not help your own reputation.
η απόδικη των άλλων δεν θα βοηθήσει τη δική σας φήμη.
the documentary discredits the myths surrounding the event.
το επιστημονικό καταγραφικό αποδίκαινε τα μύθους που περιβάλλουν το γεγονός.
he discredits the evidence presented in court.
αποδίκαινε τις αποδείξεις που παρουσιάστηκαν στο δικαστικό.
discrediting the opposition is a common political tactic.
η απόδικη της αντιπολίτευσης είναι μια συνήθης πολιτική στρατηγική.
discredits evidence
αποδίκνει τα στοιχεία
discredits claims
αποδίκνει τις διατυπώσεις
discredits facts
αποδίκνει τα γεγονότα
discredits reputation
αποδίκνει την προσωπικότητα
discredits sources
αποδίκνει τις πηγές
discredits arguments
αποδίκνει τους όρους
discredits information
αποδίκνει τις πληροφορίες
discredits studies
αποδίκνει τις μελέτες
discredits theories
αποδίκνει τις θεωρίες
discredits individuals
αποδίκνει τα άτομα
the scandal discredits the entire organization.
το σκάνδαλο αποδίκαινε όλο το οργανόγραμμα.
his actions discredit the hard work of his colleagues.
τα πράγματα του αποδίκαιναν την σκληρή εργασία των συναδέλφων του.
spreading false information discredits the truth.
η διασπορά ψευδών πληροφοριών αποδίκαινε την αλήθεια.
she discredits her own arguments by being inconsistent.
αποδίκαινε τις δικές της επιχειρήσεις για να είναι ανυπόστατη.
critics argue that the report discredits scientific research.
οι κριτικοί υποστηρίζουν ότι το αναφορικό αποδίκαινε την επιστημονική έρευνα.
his refusal to apologize discredits his character.
η αρνηση του να ζητήσει συγνώμη αποδίκαινε το χαρακτήρα του.
discrediting others will not help your own reputation.
η απόδικη των άλλων δεν θα βοηθήσει τη δική σας φήμη.
the documentary discredits the myths surrounding the event.
το επιστημονικό καταγραφικό αποδίκαινε τα μύθους που περιβάλλουν το γεγονός.
he discredits the evidence presented in court.
αποδίκαινε τις αποδείξεις που παρουσιάστηκαν στο δικαστικό.
discrediting the opposition is a common political tactic.
η απόδικη της αντιπολίτευσης είναι μια συνήθης πολιτική στρατηγική.
Explore frequently searched vocabulary
Want to learn vocabulary more efficiently? Download the DictoGo app and enjoy more vocabulary memorization and review features!
Download DictoGo Now