disfavoring actions
αντικαθιστώντες πράξεις
disfavoring policies
αντικαθιστώντες πολιτικές
disfavoring treatment
αντικαθιστώντες μεταχείριση
disfavoring decisions
αντικαθιστώντες αποφάσεις
disfavoring conditions
αντικαθιστώντες συνθήκες
disfavoring remarks
αντικαθιστώντες σχόλια
disfavoring outcomes
αντικαθιστώντες αποτελέσματα
disfavoring trends
αντικαθιστώντες τάσεις
disfavoring effects
αντικαθιστώντες επιπτώσεις
disfavoring factors
αντικαθιστώντες παράγοντες
his actions are disfavoring his chances of promotion.
τα πράγματα που κάνει επιβλαβούν τις πιθανότητες ανάβασής του.
disfavoring certain groups can lead to social unrest.
η επιβλαβής συμπεριφορά προς ορισμένους ομίλους μπορεί να οδηγήσει σε κοινωνική αστάθεια.
the new policy is disfavoring small businesses.
η νέα πολιτική επιβλαβεί τις μικρές επιχειρήσεις.
disfavoring feedback from employees can harm the workplace culture.
η επιβλαβής ανταμοιβή από τους υπαλλήλους μπορεί να βλάψει την εργασιακή κουλτούρα.
her disfavoring attitude towards teamwork affected the project.
η επιβλαβής της στάση προς την εργασία σε ομάδα επηρέασε το έργο.
disfavoring one player over another can create tension in the team.
η επιβλαβής αντιμετώπιση ενός παίκτη απέναντι σε έναν άλλον μπορεί να δημιουργήσει ένταση στην ομάδα.
they are disfavoring the proposal due to budget constraints.
επιβλαβούν την πρόταση λόγω περιορισμών προϋπολογισμού.
disfavoring diversity in hiring can limit innovation.
η επιβλαβής ποικιλία στην πρόσληψη μπορεί να περιορίσει την επανόργανη.
his disfavoring remarks about the project discouraged the team.
τα επιβλαβή του σχόλια για το έργο παρασύρθηκαν την ομάδα.
disfavoring customer preferences can lead to business failure.
η επιβλαβής προτιμήσεις των πελατών μπορεί να οδηγήσει σε αποτυχία της επιχείρησης.
disfavoring actions
αντικαθιστώντες πράξεις
disfavoring policies
αντικαθιστώντες πολιτικές
disfavoring treatment
αντικαθιστώντες μεταχείριση
disfavoring decisions
αντικαθιστώντες αποφάσεις
disfavoring conditions
αντικαθιστώντες συνθήκες
disfavoring remarks
αντικαθιστώντες σχόλια
disfavoring outcomes
αντικαθιστώντες αποτελέσματα
disfavoring trends
αντικαθιστώντες τάσεις
disfavoring effects
αντικαθιστώντες επιπτώσεις
disfavoring factors
αντικαθιστώντες παράγοντες
his actions are disfavoring his chances of promotion.
τα πράγματα που κάνει επιβλαβούν τις πιθανότητες ανάβασής του.
disfavoring certain groups can lead to social unrest.
η επιβλαβής συμπεριφορά προς ορισμένους ομίλους μπορεί να οδηγήσει σε κοινωνική αστάθεια.
the new policy is disfavoring small businesses.
η νέα πολιτική επιβλαβεί τις μικρές επιχειρήσεις.
disfavoring feedback from employees can harm the workplace culture.
η επιβλαβής ανταμοιβή από τους υπαλλήλους μπορεί να βλάψει την εργασιακή κουλτούρα.
her disfavoring attitude towards teamwork affected the project.
η επιβλαβής της στάση προς την εργασία σε ομάδα επηρέασε το έργο.
disfavoring one player over another can create tension in the team.
η επιβλαβής αντιμετώπιση ενός παίκτη απέναντι σε έναν άλλον μπορεί να δημιουργήσει ένταση στην ομάδα.
they are disfavoring the proposal due to budget constraints.
επιβλαβούν την πρόταση λόγω περιορισμών προϋπολογισμού.
disfavoring diversity in hiring can limit innovation.
η επιβλαβής ποικιλία στην πρόσληψη μπορεί να περιορίσει την επανόργανη.
his disfavoring remarks about the project discouraged the team.
τα επιβλαβή του σχόλια για το έργο παρασύρθηκαν την ομάδα.
disfavoring customer preferences can lead to business failure.
η επιβλαβής προτιμήσεις των πελατών μπορεί να οδηγήσει σε αποτυχία της επιχείρησης.
Explore frequently searched vocabulary
Want to learn vocabulary more efficiently? Download the DictoGo app and enjoy more vocabulary memorization and review features!
Download DictoGo Now