disgraces

[US]/dɪsˈɡreɪsɪz/
[UK]/dɪsˈɡreɪsɪz/
Frequency: Very High

Translation

n. ζημιά στην αξιοπρέπεια ή σεβασμό; άτομο ή πράγμα που προκαλεί απόρρητο.

Phrases & Collocations

public disgraces

δημόσιες αποδικαιώσεις

personal disgraces

προσωπικές αποδικαιώσεις

social disgraces

κοινωνικές αποδικαιώσεις

moral disgraces

ηθικές αποδικαιώσεις

national disgraces

εθνικές αποδικαιώσεις

historical disgraces

ιστορικές αποδικαιώσεις

political disgraces

πολιτικές αποδικαιώσεις

sports disgraces

αθλητικές αποδικαιώσεις

financial disgraces

οικονομικές αποδικαιώσεις

cultural disgraces

πολιτιστικές αποδικαιώσεις

Example Sentences

his actions brought disgrace to the family.

τα πράγματα του προκάλεσαν απόπειρα στην οικογένεια.

she felt that his behavior disgraced their friendship.

αισθάνταν ότι ο τρόπος της συμπεριφοράς της προκάλεσε απόπειρα στη φιλία τους.

disgraces can often lead to personal growth.

οι αποπειρές μπορεί να οδηγήσουν συχνά σε προσωπική ανάπτυξη.

the scandal disgraced the politician.

το σκάνδαλο προκάλεσε απόπειρα στον πολιτικό.

he worked hard to redeem himself after the disgrace.

εργάστηκε σκληρά για να αποκαταστήσει τον εαυτό του μετά την απόπειρα.

disgraces in sports can tarnish an athlete's career.

οι αποπειρές στο αθλητισμό μπορεί να ρυπαίνουν την καριέρα ενός αθλητή.

it is a disgrace to lie in such a situation.

είναι απόπειρα να παραπονιέσαι σε μια τέτοια κατάσταση.

she was determined to turn her disgrace into motivation.

ήταν αποφασισμένη να μετατρέψει την απόπειρα της σε προωθητικό.

his disgrace was a topic of conversation for weeks.

η απόπειρα του ήταν θέμα συζήτησης για εβδομάδες.

disgraces can be difficult to overcome.

οι αποπειρές μπορεί να είναι δύσκολο να ξεπεραστούν.

Popular Words

Explore frequently searched vocabulary

Download App to Unlock Full Content

Want to learn vocabulary more efficiently? Download the DictoGo app and enjoy more vocabulary memorization and review features!

Download DictoGo Now