dishonors

[US]/dɪsˈɒnə/
[UK]/dɪsˈɑːnər/
Frequency: Very High

Translation

v. να προκαλέσει απόπειρα ή απόδοση αξίας; να αποτύχει να ικανοποιήσει μια υποχρέωση; να αρνηθεί πληρωμή (στο εμπειρικό)
n. απόπειρα; ένα αποδοκιμαστικό πράγμα; αρνηση πληρωμής (σε εμπειρικά)

Phrases & Collocations

dishonors trust

παραβιάζει την εμπιστοσύνη

dishonors reputation

παραβιάζει την προσωπική του φήμη

dishonors family

παραβιάζει την οικογένεια

dishonors values

παραβιάζει τις αξίες

dishonors commitment

παραβιάζει την προσήλωση

dishonors legacy

παραβιάζει την κληρονομιά

dishonors oneself

παραβιάζει τον εαυτό του

dishonors country

παραβιάζει τη χώρα

dishonors profession

παραβιάζει την επαγγελματικότητα

dishonors tradition

παραβιάζει την παράδοση

Example Sentences

he dishonors his family by lying.

διαψεύδει την οικογένεια του.

dishonoring a promise can lead to distrust.

Η παραβίαση μιας υπόσχεσης μπορεί να οδηγήσει σε αποστροφή.

she feels that dishonors her reputation.

αισθάνεται ότι βλάπτει την προσωπική της φήμη.

dishonoring the rules can result in penalties.

Η παραβίαση των κανόνων μπορεί να οδηγήσει σε ποινές.

he dishonors the team with his poor sportsmanship.

βλάπτει την ομάδα με την κακή του αθλητική συμπεριφορά.

dishonoring traditions can upset the community.

Η παραβίαση των παραδόσεων μπορεί να αναταράξει την κοινότητα.

she believes that dishonors the legacy of her ancestors.

πιστεύει ότι βλάπτει την κληρονομιά των προγόνων της.

dishonoring agreements can damage relationships.

Η παραβίαση συμφωνιών μπορεί να προκαλέσει ζημιές στις σχέσεις.

he dishonors his country by not serving.

βλάπτει τη χώρα του με την αρνησή του να υπηρετήσει.

dishonoring the memory of the fallen is unacceptable.

Η παραβίαση της μνήμης των πεσόντων είναι αποδεκτή.

Popular Words

Explore frequently searched vocabulary

Download App to Unlock Full Content

Want to learn vocabulary more efficiently? Download the DictoGo app and enjoy more vocabulary memorization and review features!

Download DictoGo Now