| Plural | disownings |
disowning a child
αποδοχή παιδιού
disowning responsibility
αποδοχή ευθύνης
disowning one's past
αποδοχή του παρελθόντος
disowning family ties
αποδοχή οικογενειακών δεσμών
disowning a friend
αποδοχή ενός φίλου
disowning an opinion
αποδοχή μιας γνώμης
disowning a belief
αποδοχή μιας πεποιθήσεως
disowning a partner
αποδοχή ενός συντρόφου
disowning inheritance
αποδοχή κληρονομιάς
disowning traditions
αποδοχή παραδόσεων
he is disowning his responsibilities.
είναι αποκλείει τις υποχρεώσεις του.
they threatened to disown him if he continued his behavior.
του είπαν ότι θα τον αποκλείσουν αν συνέχιζε αυτή τη συμπεριφορά.
disowning a family member can be a difficult decision.
να αποκλείσει ένα μέλος της οικογένειας μπορεί να είναι μια δύσκολη απόφαση.
she felt guilty about disowning her brother.
νιώθει ενοχλημένη για το ότι την αποκλείσει τον αδελφό της.
disowning someone is often a last resort.
να αποκλείσει κάποιον είναι συχνά η τελευταία λύση.
he faced backlash after disowning his parents.
αντιμετώπισε αντιδράσεις μετά το να τους αποκλείσει.
disowning her past was part of her healing process.
να αποκλείσει το παρελθόν της ήταν μέρος της διαδικασίας ανάρρωσής της.
the act of disowning can lead to feelings of isolation.
η πράξη του αποκλεισμού μπορεί να οδηγήσει σε αισθήματα μόνοτητας.
he was disowning his former beliefs.
είχε αποκλείσει τις παλιές του πεποιθήσεις.
disowning a child is a heartbreaking choice.
να αποκλείσει ένα παιδί είναι μια απόφαση που συγκλονίζει την καρδιά.
disowning a child
αποδοχή παιδιού
disowning responsibility
αποδοχή ευθύνης
disowning one's past
αποδοχή του παρελθόντος
disowning family ties
αποδοχή οικογενειακών δεσμών
disowning a friend
αποδοχή ενός φίλου
disowning an opinion
αποδοχή μιας γνώμης
disowning a belief
αποδοχή μιας πεποιθήσεως
disowning a partner
αποδοχή ενός συντρόφου
disowning inheritance
αποδοχή κληρονομιάς
disowning traditions
αποδοχή παραδόσεων
he is disowning his responsibilities.
είναι αποκλείει τις υποχρεώσεις του.
they threatened to disown him if he continued his behavior.
του είπαν ότι θα τον αποκλείσουν αν συνέχιζε αυτή τη συμπεριφορά.
disowning a family member can be a difficult decision.
να αποκλείσει ένα μέλος της οικογένειας μπορεί να είναι μια δύσκολη απόφαση.
she felt guilty about disowning her brother.
νιώθει ενοχλημένη για το ότι την αποκλείσει τον αδελφό της.
disowning someone is often a last resort.
να αποκλείσει κάποιον είναι συχνά η τελευταία λύση.
he faced backlash after disowning his parents.
αντιμετώπισε αντιδράσεις μετά το να τους αποκλείσει.
disowning her past was part of her healing process.
να αποκλείσει το παρελθόν της ήταν μέρος της διαδικασίας ανάρρωσής της.
the act of disowning can lead to feelings of isolation.
η πράξη του αποκλεισμού μπορεί να οδηγήσει σε αισθήματα μόνοτητας.
he was disowning his former beliefs.
είχε αποκλείσει τις παλιές του πεποιθήσεις.
disowning a child is a heartbreaking choice.
να αποκλείσει ένα παιδί είναι μια απόφαση που συγκλονίζει την καρδιά.
Explore frequently searched vocabulary
Want to learn vocabulary more efficiently? Download the DictoGo app and enjoy more vocabulary memorization and review features!
Download DictoGo Now