disownments

[US]/dɪsˈəʊnmənts/
[UK]/dɪsˈoʊnmənts/

Translation

n. η πράξη της απόρριψης

Phrases & Collocations

legal disownments

νομικές αποποίησης

public disownments

δημόσιες αποποίησης

family disownments

οικογενειακές αποποίησης

emotional disownments

συναισθηματικές αποποίησης

social disownments

κοινωνικές αποποίησης

voluntary disownments

θελητικές αποποίησης

forced disownments

υποχρεωτικές αποποίησης

symbolic disownments

συμβολικές αποποίησης

cultural disownments

πολιτιστικές αποποίησης

temporary disownments

προσωρινές αποποίησης

Example Sentences

his disownments of his family shocked everyone.

Οι αποκλεισμοί του από τον οικογενειακό του τον εκπλήρωσαν όλους.

she faced multiple disownments throughout her life.

Αντιμετώπισε πολλούς αποκλεισμούς στη διάρκεια της ζωής της.

disownments can lead to emotional distress.

Οι αποκλεισμοί μπορεί να οδηγήσουν σε ψυχική αναταραχή.

he wrote a letter of disownment to his parents.

Έγραψε μια επιστολή αποκλεισμού στους γονείς του.

her disownment by her parents was unexpected.

Ο αποκλεισμός της από τους γονείς της ήταν απροσδόκητος.

disownments often occur in cases of family conflict.

Οι αποκλεισμοί συμβαίνουν συχνά σε περιπτώσεις οικογενειακής σύγκρουσης.

he struggled with the consequences of his disownments.

Προσπαθούσε να αντιμετωπίσει τις συνέπειες των αποκλεισμών του.

the disownments left a lasting impact on her life.

Οι αποκλεισμοί άφησαν μια μακροχρόνια επίδραση στη ζωή της.

disownments can be a form of self-protection.

Οι αποκλεισμοί μπορεί να είναι μια μορφή αυτοπροστασίας.

he feared disownments from his peers.

Φοβόταν αποκλεισμούς από τους συμμαθητές του.

Popular Words

Explore frequently searched vocabulary

Download App to Unlock Full Content

Want to learn vocabulary more efficiently? Download the DictoGo app and enjoy more vocabulary memorization and review features!

Download DictoGo Now