displeases

[US]/dɪsˈpliːzɪz/
[UK]/dɪsˈpliːzɪz/
Frequency: Very High

Translation

v. να προκαλέσει οργή ή να απογοητεύσει κάποιον

Phrases & Collocations

displeases me

με απογοητεύει

displeases others

απογοητεύει τους άλλους

displeases him

τον απογοητεύει

displeases her

την απογοητεύει

displeases them

τους απογοητεύει

displeases everyone

απογοητεύει όλους

displeases me greatly

με απογοητεύει πολύ

displeases my friends

απογοητεύει τους φίλους μου

displeases the audience

απογοητεύει το κοινό

displeases the boss

απογοητεύει τον υπεύθυνο

Example Sentences

his constant complaints displeases everyone in the office.

τα συνεχή του παραπονιώματα αποτρέπουν όλους στο γραφείο.

it displeases me when people are late for meetings.

με αποτρέπει όταν οι άνθρωποι καθυστερούν για συναντήσεις.

the loud music displeases the neighbors.

το θόρυβο της μουσικής αποτρέπει τους γείτονες.

her rude remarks often displeases her friends.

τα αυτούσια της σχόλια συχνά αποτρέπουν τους φίλους της.

it displeases the manager when deadlines are missed.

αποτρέπει τον διευθυντή όταν χάνονται χρονοδιαγράμματα.

the poor service at the restaurant displeases many customers.

το κακός υπηρεσία στο εστιατόριο αποτρέπει πολλούς πελάτες.

the lack of communication displeases the team members.

η έλλειψη επικοινωνίας αποτρέπει τα μέλη της ομάδας.

it displeases me when people interrupt during conversations.

με αποτρέπει όταν οι άνθρωποι διακόπτουν κατά τη διάρκεια των συνομιλιών.

his negative attitude displeases those around him.

η αρνητική του στάση αποτρέπει όσους είναι γύρω του.

it displeases the audience when the speaker is unprepared.

αποτρέπει το κοινό όταν ο ομιλητής δεν είναι προετοιμασμένος.

Popular Words

Explore frequently searched vocabulary

Download App to Unlock Full Content

Want to learn vocabulary more efficiently? Download the DictoGo app and enjoy more vocabulary memorization and review features!

Download DictoGo Now