disposes

[US]/dɪsˈpəʊzɪz/
[UK]/dɪsˈpoʊzɪz/
Frequency: Very High

Translation

v. να ασχολείται ή να διαχειριέται κάτι; να κάνει κάποιον διατεταγμένο ή προετοιμασμένο να κάνει κάτι

Phrases & Collocations

disposes waste

απορρίπτει απόβλητα

disposes items

απορρίπτει αντικείμενα

disposes resources

απορρίπτει πόρους

disposes materials

απορρίπτει υλικά

disposes evidence

απορρίπτει στοιχεία

disposes assets

απορρίπτει περιουσιακά στοιχεία

disposes wastefully

απορρίπτει ανεξέλεγκτα

disposes properly

απορρίπτει σωστά

disposes quickly

απορρίπτει γρήγορα

disposes effectively

απορρίπτει αποτελεσματικά

Example Sentences

the company disposes of waste responsibly.

Η εταιρεία απορρίπτει τα απόβλητα υπεύθυνα.

he disposes of his old clothes by donating them.

Εκείνος απορρίπτει τα παλιά ρούχα του δωρεάν.

the law disposes of any illegal activities.

Ο νόμος ασχολείται με κάθε παράνομη δραστηριότητα.

she disposes of her time wisely.

Εκείνη απορρίπτει το χρόνο της σοφά.

the manager disposes of tasks among the team.

Ο διαχειριστής κατανέμει τις εργασίες μεταξύ της ομάδας.

they dispose of hazardous materials safely.

Αυτοί απορρίπτουν τα επικίνδυνα υλικά ασφαλώς.

the artist disposes of colors to create a masterpiece.

Ο καλλιτέχνης χρησιμοποιεί χρώματα για να δημιουργήσει μια μεγάλη δουλειά.

he disposes of his feelings through writing.

Εκείνος απορρίπτει τα συναισθήματά του μέσω της γραφής.

the committee disposes of the proposal after discussion.

Η επιτροπή απορρίπτει την πρόταση μετά από συζήτηση.

she disposes of her energy on meaningful projects.

Εκείνη απορρίπτει την ενέργειά της σε σημαντικά έργα.

Popular Words

Explore frequently searched vocabulary

Download App to Unlock Full Content

Want to learn vocabulary more efficiently? Download the DictoGo app and enjoy more vocabulary memorization and review features!

Download DictoGo Now