disrupting

[US]/dɪsˈrʌptɪŋ/
[UK]/dɪsˈrʌptɪŋ/
Frequency: Very High

Translation

v. προκαλεί διαταραχή ή διακοπή

Phrases & Collocations

disrupting services

διακοπή υπηρεσιών

disrupting markets

διακοπή αγορών

disrupting processes

διακοπή διαδικασιών

disrupting schedules

διακοπή προγραμμάτων

disrupting systems

διακοπή συστημάτων

disrupting operations

διακοπή λειτουργιών

disrupting traffic

διακοπή κυκλοφορίας

disrupting communication

διακοπή επικοινωνίας

disrupting activities

διακοπή δραστηριοτήτων

disrupting flow

διακοπή ροής

Example Sentences

disrupting the flow of traffic can lead to accidents.

Η διακοπή της ροής τροχοπετών μπορεί να προκαλέσει συγκρούσεις.

his loud music was disrupting the peaceful atmosphere.

Η έντονη μουσική του διέκοψε την ειρηνική ατμόσφαιρα.

disrupting the meeting will cause delays in the project.

Η διακοπή της συνάντησης θα προκαλέσει καθυστερήσεις στο έργο.

the storm is disrupting power supply in the area.

Ο τυφώνας διακόπτει την παροχή ηλεκτρικής ενέργειας στην περιοχή.

disrupting the class is not acceptable behavior.

Η διακοπή της τάξης δεν είναι αποδεκτή συμπεριφορά.

she was disrupting the presentation with her questions.

Εκείνη διέκοψε την παρουσίαση με τις ερωτήσεις της.

disrupting the workflow can lead to inefficiencies.

Η διακοπή του ρυθμού εργασίας μπορεί να οδηγήσει σε ανεπαρκής απόδοση.

the protest was disrupting the city's public transport.

Η προtest διέκοψε τη δημόσια μεταφορά της πόλης.

disrupting the ecosystem can have long-term effects.

Η διακοπή του οικοσυστήματος μπορεί να έχει μακροχρόνιες επιπτώσεις.

they are disrupting the supply chain with their actions.

Εκείνοι διακόπτουν την αλυσίδα παραγωγής με τις ενέργειές τους.

Popular Words

Explore frequently searched vocabulary

Download App to Unlock Full Content

Want to learn vocabulary more efficiently? Download the DictoGo app and enjoy more vocabulary memorization and review features!

Download DictoGo Now