dissatisfy

[ΗΠΑ]/dɪsˈætɪsfaɪ/
[ΗΒ]/dɪsˈætɪsfaɪ/

Μετάφραση

vt. να προκαλέσετε κάποιον να είναι δυστυχισμένος ή δυσαρεστημένος· να αποτύχετε να ικανοποιήσετε τις προσδοκίες κάποιου· να κάνετε κάποιον να αισθανθεί δυσαρεσία.
Word Forms
Present Participledissatisfying
Pluraldissatisfies
Third Person Singulardissatisfies
Past Tensedissatisfied
Past Participledissatisfied

Δημοφιλείς Λέξεις

Εξερευνήστε συχνά αναζητημένο λεξιλόγιο

Κατεβάστε την εφαρμογή για να ξεκλειδώσετε όλο το περιεχόμενο

Θέλετε να μάθετε λεξιλόγιο πιο αποδοτικά; Κατεβάστε την εφαρμογή DictoGo και απολαύστε περισσότερες δυνατότητες απομνημόνευσης και επανάληψης λεξιλογίου!

Κατεβάστε το DictoGo τώρα