dowelled

[US]/ˈdaʊ.əld/
[UK]/ˈdaʊ.əld/

Translation

adj. εφοδιασμένο με μπουλόνια
v. παρατακτική του ρήματος dowel, να συνδέσει με μπουλόνια

Phrases & Collocations

dowelled joint

συνδέσμος με παχύ κοχλία

dowelled assembly

συναρμολόγηση με παχύ κοχλία

dowelled connection

σύνδεση με παχύ κοχλία

dowelled fixture

στοιχείο στερέωσης με παχύ κοχλία

dowelled frame

πλαίσιο με παχύ κοχλία

dowelled panel

πλακίδιο με παχύ κοχλία

dowelled support

στήριξη με παχύ κοχλία

dowelled edge

άκρο με παχύ κοχλία

dowelled shelf

προσκόμμα με παχύ κοχλία

dowelled leg

πόδι με παχύ κοχλία

Example Sentences

the furniture was dowelled for added strength.

το κατσαρόλι έγινε με καρφιτσωμένα για πρόσθετη αντοχή.

he dowelled the pieces together to ensure stability.

έκανε καρφιτσωμένα τα κομμάτια για να εξασφαλιστεί η σταθερότητα.

the table was dowelled at the joints for durability.

το τραπέζι έγινε καρφιτσωμένο στις συνδέσεις για αντοχή.

they used dowelled joints in the cabinet construction.

χρησιμοποιήθηκαν καρφιτσωμένες συνδέσεις στην κατασκευή του ντουλάπα.

she dowelled the wooden frame to prevent warping.

καρφιτσώθηκε το ξύλινο πλαίσιο για να αποφευχθεί η καμπύλωση.

the dowelled assembly made the structure more robust.

η καρφιτσωμένη συναρμολόγηση έκανε τη δομή πιο ανθεκτική.

he showed me how to create dowelled joints.

μου έδειξε πώς να δημιουργήσει καρφιτσωμένες συνδέσεις.

the dowelled construction was easy to assemble.

η καρφιτσωμένη κατασκευή ήταν εύκολο να συναρμολογηθεί.

using dowelled connections improved the overall design.

η χρήση καρφιτσωμένων συνδέσεων βελτίωσε το συνολικό σχεδιασμό.

she preferred dowelled furniture for its sturdiness.

προτιμούσε καρφιτσωμένα κατσαρόλια για την αντοχή τους.

Popular Words

Explore frequently searched vocabulary

Download App to Unlock Full Content

Want to learn vocabulary more efficiently? Download the DictoGo app and enjoy more vocabulary memorization and review features!

Download DictoGo Now