drools

[US]/druːlz/
[UK]/druːlz/
Frequency: Very High

Translation

v. να αφήσει τον πτυχίο να ρέει από το στόμα του; να δείξει απερισκεπτό επιθυμητό επιθυμία; να κοιτάξει κάποιον ή κάτι με έντονη αγάπη; να κοιτάξει κάποιον ή κάτι με ερωτική προσήλωση

Phrases & Collocations

dog drools

το σκυλί βροχοβολεί

baby drools

το βρέφος βροχοβολεί

mouth drools

το στόμα βροχοβολεί

food drools

το τρόφιμο βροχοβολεί

he drools

βροχοβολεί εκείνος

she drools

βροχοβολεί εκείνη

cat drools

το γάτα βροχοβολεί

child drools

το παιδί βροχοβολεί

excessive drools

υπερβολικό βροχοβολισμός

drools uncontrollably

βροχοβολεί χωρίς έλεγχο

Example Sentences

the dog drools when it sees food.

Το σκύλο παραγγέλλει όταν βλέπει τρόφιμο.

he always drools over expensive cars.

Εκείνος πάντα παραγγέλλει σε ακριβείς αυτοκίνητα.

the baby drools while teething.

Το βρέφος παραγγέλλει ενώ διαστρώνει τα δόντια του.

she drools at the thought of chocolate.

Εκείνη παραγγέλλει με τη σκέψη για τον κακόρυγο.

the chef's special dish makes everyone drool.

Το ειδικό πιάτο του παγιδευτή κάνει να παραγγέλλουν όλους.

he drools over the latest gadgets.

Εκείνος παραγγέλλει για τα νεότερα εργαλεία.

the puppy drools when it gets excited.

Το κουταβάκι παραγγέλλει όταν γίνεται έντονο.

she can't help but drool at the dessert menu.

Εκείνη δεν μπορεί να αντισταθεί στο να παραγγέλλει στο μενού του δεσερτ.

when he sees the pizza, he drools.

Όταν τον βλέπει την πίτα, παραγγέλλει.

the aroma of the barbecue makes everyone drool.

Το αρώμα του γριλ προκαλεί να παραγγέλλουν όλους.

Popular Words

Explore frequently searched vocabulary

Download App to Unlock Full Content

Want to learn vocabulary more efficiently? Download the DictoGo app and enjoy more vocabulary memorization and review features!

Download DictoGo Now