dulling effect
αποχρωματιστικό αποτέλεσμα
dulling pain
πόνος αποχρωματισμού
dulling noise
θόρυβος αποχρωματισμού
dulling edge
αποχρωματιστική άκρη
dulling light
φως αποχρωματισμού
dulling agent
αποχρωματιστικό μέσο
dulling influence
επιρροή αποχρωματισμού
dulling sensation
αίσθηση αποχρωματισμού
dulling colors
χρώματα αποχρωματισμού
dulling emotions
συναισθήματα αποχρωματισμού
the constant noise was dulling my concentration.
Η συνεχής θόρυβος έκανε τη συγκέντρωσή μου να εξασθενεί.
his comments were dulling the excitement in the room.
Οι σχόλιά του έκαναν να εξασθενεί η ένταση στο δωμάτιο.
the medication has a dulling effect on the senses.
Η φαρμακευτική ουσία έχει ένα εξασθενιστικό αποτέλεσμα στις αισθήσεις.
she felt her enthusiasm dulling after the long meeting.
Αισθάνθηκε την θέρμη της να εξασθενεί μετά τη μακρά συνάντηση.
he tried to avoid dulling his creativity with routine tasks.
Προσπαθούσε να αποφύγει να εξασθενήσει η δημιουργικότητά του με τις καθημερινές εργασίες.
the film's slow pace was dulling the audience's interest.
Η αργή ταχύτητα του ταινίας έκανε να εξασθενεί το ενδιαφέρον του κοινού.
too much criticism can be dulling to a person's confidence.
Πολλή κριτική μπορεί να εξασθενήσει την αυτοπεποίθηση ενός ατόμου.
his jokes were dulling the mood instead of lightening it.
Οι γελοιοποιήσεις του έκαναν να εξασθενεί η διάθεση αντί να την ελαφρύνουν.
the repetitive tasks were dulling her passion for the project.
Οι επαναλαμβανόμενες εργασίες έκαναν να εξασθενεί η θέλησή της για το έργο.
the teacher noticed that the dulling lecture was losing students' attention.
Ο διδάσκων παρατήρησε ότι το εξασθενιστικό μάθημα χάνει την προσοχή των μαθητών.
dulling effect
αποχρωματιστικό αποτέλεσμα
dulling pain
πόνος αποχρωματισμού
dulling noise
θόρυβος αποχρωματισμού
dulling edge
αποχρωματιστική άκρη
dulling light
φως αποχρωματισμού
dulling agent
αποχρωματιστικό μέσο
dulling influence
επιρροή αποχρωματισμού
dulling sensation
αίσθηση αποχρωματισμού
dulling colors
χρώματα αποχρωματισμού
dulling emotions
συναισθήματα αποχρωματισμού
the constant noise was dulling my concentration.
Η συνεχής θόρυβος έκανε τη συγκέντρωσή μου να εξασθενεί.
his comments were dulling the excitement in the room.
Οι σχόλιά του έκαναν να εξασθενεί η ένταση στο δωμάτιο.
the medication has a dulling effect on the senses.
Η φαρμακευτική ουσία έχει ένα εξασθενιστικό αποτέλεσμα στις αισθήσεις.
she felt her enthusiasm dulling after the long meeting.
Αισθάνθηκε την θέρμη της να εξασθενεί μετά τη μακρά συνάντηση.
he tried to avoid dulling his creativity with routine tasks.
Προσπαθούσε να αποφύγει να εξασθενήσει η δημιουργικότητά του με τις καθημερινές εργασίες.
the film's slow pace was dulling the audience's interest.
Η αργή ταχύτητα του ταινίας έκανε να εξασθενεί το ενδιαφέρον του κοινού.
too much criticism can be dulling to a person's confidence.
Πολλή κριτική μπορεί να εξασθενήσει την αυτοπεποίθηση ενός ατόμου.
his jokes were dulling the mood instead of lightening it.
Οι γελοιοποιήσεις του έκαναν να εξασθενεί η διάθεση αντί να την ελαφρύνουν.
the repetitive tasks were dulling her passion for the project.
Οι επαναλαμβανόμενες εργασίες έκαναν να εξασθενεί η θέλησή της για το έργο.
the teacher noticed that the dulling lecture was losing students' attention.
Ο διδάσκων παρατήρησε ότι το εξασθενιστικό μάθημα χάνει την προσοχή των μαθητών.
Explore frequently searched vocabulary
Want to learn vocabulary more efficiently? Download the DictoGo app and enjoy more vocabulary memorization and review features!
Download DictoGo Now