dulls

[US]/dʌlz/
[UK]/dʌlz/
Frequency: Very High

Translation

v. να κάνει λιγότερο ξεκάθαρο ή έντονο; να μειώσει το ενδιαφέρον ή το πόνο; να κάνει ανασταλτικό ή αναίσθητο; να κάνει λιγότερο φως ή καθαρό

Phrases & Collocations

dulls the pain

αποσβεννύει το πόνο

dulls the senses

αποσβεννύει τις αισθήσεις

dulls the edge

αποσβεννύει την άκρη

time dulls

η ώρα αποσβεννύει

experience dulls

η εμπειρία αποσβεννύει

fear dulls

η φόβος αποσβεννύει

repetition dulls

η επανάληψη αποσβεννύει

stress dulls

η ένταση αποσβεννύει

pain dulls

ο πόνος αποσβεννύει

life dulls

η ζωή αποσβεννύει

Example Sentences

too much routine dulls creativity.

Πολύς ρυθμός καθημερινής δραστηριότητας αποχρωματίζει τη δημιουργικότητα.

repetitive tasks dulls the mind.

Επαναλαμβανόμενες εργασίες αποχρωματίζουν το μυαλό.

watching the same movie dulls the experience.

Να παρακολουθείς το ίδιο ταινία αποχρωματίζει την εμπειρία.

neglecting hobbies dulls passion.

Να αμελείς τις παθήσεις αποχρωματίζει την πάσχηση.

excessive criticism dulls motivation.

Υπερβολική κριτική αποχρωματίζει την προαγωγή.

staying indoors too long dulls the senses.

Να παραμένεις μέσα για πολύ καιρό αποχρωματίζει τις αισθήσεις.

constant distractions dulls focus.

Συνεχείς διακοπές αποχρωματίζουν τη συγκέντρωση.

excessive screen time dulls social skills.

Υπερβολικός χρόνος στην οθόνη αποχρωματίζει τις κοινωνικές δεξιότητες.

ignoring feedback dulls personal growth.

Να αγνοείς τις αποκρίσεις αποχρωματίζει την προσωπική ανάπτυξη.

Popular Words

Explore frequently searched vocabulary

Download App to Unlock Full Content

Want to learn vocabulary more efficiently? Download the DictoGo app and enjoy more vocabulary memorization and review features!

Download DictoGo Now