elated

[ΗΠΑ]/iˈleɪtɪd/
[ΗΒ]/iˈleɪtɪd/
Συχνότητα: Πολύ Υψηλό

Μετάφραση

adj. εξαιρετικά χαρούμενος ή χαρούμενος.
Word Forms
Past Participleelated
Past Tenseelated

Παραδείγματα Προτάσεων

He was greatly elated by success.

Χάρηκε πολύ με την επιτυχία.

I felt elated at beating Dennis.

Νιώσαμε ενθουσιασμένοι που νικήσαμε τον Ντένις.

The crowds in the square were elated by the news.

Οι συγκεντρωμένοι στην πλατεία ενθουσιάστηκαν με την είδηση.

Her success elated the family.

Η επιτυχία της ενέπνευσε την οικογένεια.

We were all elated to hear of the victory that we had won.

Ενθουσιαστήκαμε όλοι μας όταν μάθαμε για τη νίκη που κερδίσαμε.

feeling elated after receiving good news

Νιώθοντας ενθουσιασμό μετά την λήψη καλών ειδήσεων

elated by the success of the project

Ενθουσιασμένοι με την επιτυχία του έργου

elated mood at the party

Ενθουσιώδης διάθεση στο πάρτι

elated expression on her face

Ενθουσιασμένη έκφραση στο πρόσωπό της

elated to be chosen for the team

Ενθουσιασμένοι που επιλέχθηκαν για την ομάδα

elated response from the audience

Ενθουσιώδης αντίδραση από το κοινό

elated atmosphere at the concert

Ενθουσιώδης ατμόσφαιρα στην συναυλία

elated to see old friends again

Ενθουσιασμένοι που ξαναβλέπουν παλιούς φίλους

elated with the progress of the project

Ενθουσιασμένοι με την πρόοδο του έργου

elated to have achieved their goal

Ενθουσιασμένοι που έχουν επιτύχει τον στόχο τους

Δημοφιλείς Λέξεις

Εξερευνήστε συχνά αναζητημένο λεξιλόγιο

Κατεβάστε την εφαρμογή για να ξεκλειδώσετε όλο το περιεχόμενο

Θέλετε να μάθετε λεξιλόγιο πιο αποδοτικά; Κατεβάστε την εφαρμογή DictoGo και απολαύστε περισσότερες δυνατότητες απομνημόνευσης και επανάληψης λεξιλογίου!

Κατεβάστε το DictoGo τώρα