elbowed

[US]/ˈɛlboʊd/
[UK]/ˈɛlboʊd/
Frequency: Very High

Translation

adj. έχοντα τη μορφή ενός γνάθου
v. το παρατελειώδης χρόνος και το παρατελειώδης του elbow, που σημαίνει να ώθησε ή να παρεμποδίσει με το γνάθο

Phrases & Collocations

elbowed his way

προωθήθηκε με βιαστικό τρόπο

elbowed out

προωθήθηκε έξω

elbowed aside

προωθήθηκε παράπλευρα

elbowed forward

προωθήθηκε προς τα εμπρός

elbowed in

προωθήθηκε μέσα

elbowed past

προωθήθηκε πέρα από

elbowed through

προωθήθηκε μέσα από

elbowed around

προωθήθηκε γύρω από

elbowed back

προωθήθηκε πίσω

elbowed away

προωθήθηκε μακριά

Example Sentences

he elbowed his way through the crowd.

έκανε ένα ώθημα για να περάσει από το πλήθος.

she elbowed him gently to get his attention.

τον ώθησε με τρόπο να τον προσεύχεται.

they elbowed each other playfully during the game.

το έκαναν παιχνιδιάρικα μεταξύ τους κατά το παιχνίδι.

he elbowed his friend to stop him from talking.

τον ώθησε τον φίλο του για να τον σταματήσει να μιλάει.

she elbowed her way to the front of the line.

τον ώθησε για να πάει στην εμπροσινή θέση της σειράς.

he accidentally elbowed the drink off the table.

τυχαία τον ώθησε το ποτό από το τραπέζι.

they elbowed each other as they laughed.

το έκαναν παιχνιδιάρικα μεταξύ τους ενώ γελούσαν.

she elbowed her way into the conversation.

τον ώθησε για να εισέλθει στη συζήτηση.

he elbowed the door open and walked in.

τον ώθησε την πόρτα για να ανοίξει και να μπει μέσα.

during the concert, he elbowed his way to the front.

κατά το συναυλικό, τον ώθησε για να πάει στην εμπροσινή θέση.

Popular Words

Explore frequently searched vocabulary

Download App to Unlock Full Content

Want to learn vocabulary more efficiently? Download the DictoGo app and enjoy more vocabulary memorization and review features!

Download DictoGo Now