elbowings

[US]/ˈelbəʊɪŋ/
[UK]/ˈɛlboʊɪŋ/
Frequency: Very High

Translation

n. η πράξη της απαγχονισμού ή του προσπαθώντας να περάσεις πατώντας τον άλλον με τον αγκόνα
v. το παραταγμένο του ρήματος elbow; να απαγχονίζει ή να συνθλίβει κάποιον με τον αγκόνα; να χτυπά κάποιον με τον αγκόνα

Phrases & Collocations

elbowing through

πατάγισμα μέσα από

elbowing ahead

πατάγισμα μπροστά

elbowing others

πατάγισμα άλλων

elbowing my way

πατάγισμα το δρόμο μου

elbowing past

πατάγισμα πίσω

elbowing in

πατάγισμα μέσα

elbowing out

πατάγισμα έξω

elbowing aside

πατάγισμα στο πλάι

elbowing forward

πατάγισμα προς τα εμπρός

elbowing someone

πατάγισμα κάποιον

Example Sentences

he was elbowing his way through the crowd.

επενδύει τον εαυτόν του μέσα στο πλήθος.

she kept elbowing her friend to get his attention.

συνέχισε να επενδύει τον φίλο της για να πάρει την προσοχή του.

elbowing in line is considered rude.

η επένδυση στη σειρά θεωρείται αυτονόητη.

he was elbowing the competition out of the way.

επενδύει την ανταγωνιστική του πλευρά από το δρόμο.

they were elbowing each other playfully.

επενδύονταν ο ένας τον άλλον παιχνιδιάρικα.

elbowing your way to the front is not polite.

η επένδυση στο μπροστινό μέρος δεν είναι ευπρόσδεκτη.

she was elbowing her way to the best seat.

επενδύει τον εαυτόν της προς την καλύτερη θέση.

he was elbowing his colleagues to make a point.

επενδύει τους συναδέλφους του για να κάνει ένα σημείο.

elbowing other players is against the rules.

η επένδυση άλλων παικτών είναι εναντίον των κανόνων.

she was elbowing her way through the busy market.

επενδύει τον εαυτόν της μέσα από το πολύπλοκο αγορά.

Popular Words

Explore frequently searched vocabulary

Download App to Unlock Full Content

Want to learn vocabulary more efficiently? Download the DictoGo app and enjoy more vocabulary memorization and review features!

Download DictoGo Now