elite

[ΗΠΑ]/eɪˈliːt/
[ΗΒ]/eɪˈliːt/
Συχνότητα: Πολύ Υψηλό

Μετάφραση

n. η ανώτερη κοινωνική ομάδα· άνθρωπος εξαιρετικός
adj. ανήκων στην ανώτερη κοινωνική ομάδα· εξαιρετικός
Word Forms
Pluralelites

Φράσεις & Συνηθισμένοι Συνδυασμοί

elite athletes

αθλητές ελίτ

elite group

ελίτ ομάδα

elite status

ελιτιστική κατάσταση

elite performance

ελιτιστική απόδοση

elite talent

ταλέντο της ελίτ

elite education

ελιτιστική εκπαίδευση

Παραδείγματα Προτάσεων

The elite group of athletes competed in the championship.

Η αθλητική ελίτ διαγωνίστηκε στο πρωτάθλημα.

She is part of the elite class in society.

Ανήκει στην ελίτ της κοινωνίας.

The elite team won the tournament with ease.

Η ελίτ ομάδα κέρδισε το τουρνουά με ευκολία.

He was chosen to join the elite squad.

Εκλέχθηκε να ενταχθεί στην ελίτ ομάδα.

The elite members of the organization meet regularly.

Τα μέλη της ελίτ του οργανισμού συναντώνται τακτικά.

The elite students were honored with scholarships.

Οι μαθητές της ελίτ τιμήθηκαν με υποτροφίες.

The elite group of scientists made groundbreaking discoveries.

Η ελίτ των επιστημόνων έκανε πρωτοποριακές ανακαλύψεις.

The elite soldiers were trained for special operations.

Οι στρατιώτες της ελίτ εκπαιδεύτηκαν για ειδικές επιχειρήσεις.

She belongs to the elite circle of artists in the city.

Ανήκει στον ελίτ κύκλο των καλλιτεχνών στην πόλη.

The elite members of the club have exclusive privileges.

Τα μέλη της ελίτ του συλλόγου έχουν αποκλειστικά προνόμια.

Δημοφιλείς Λέξεις

Εξερευνήστε συχνά αναζητημένο λεξιλόγιο

Κατεβάστε την εφαρμογή για να ξεκλειδώσετε όλο το περιεχόμενο

Θέλετε να μάθετε λεξιλόγιο πιο αποδοτικά; Κατεβάστε την εφαρμογή DictoGo και απολαύστε περισσότερες δυνατότητες απομνημόνευσης και επανάληψης λεξιλογίου!

Κατεβάστε το DictoGo τώρα