eloquences

[US]/ˈɛləkwənsɪz/
[UK]/ˈɛləkwənsɪz/

Translation

n. το τέχνη της αποτελεσματικής και πειστικής χρήσης της γλώσσας

Phrases & Collocations

great eloquences

μεγάλες ελευθερίες λόγου

public eloquences

δημόσιες ελευθερίες λόγου

verbal eloquences

λεκτικές ελευθερίες λόγου

powerful eloquences

ισχυρές ελευθερίες λόγου

artful eloquences

τέχνη ελευθερίες λόγου

persuasive eloquences

πειστικές ελευθερίες λόγου

eloquences of speech

ελευθερίες λόγου της ομιλίας

eloquences in writing

ελευθερίες λόγου στη γραφή

eloquences of leaders

ελευθερίες λόγου των ηγετών

eloquences for change

ελευθερίες λόγου για αλλαγή

Example Sentences

her eloquences captivated the audience.

Οι ελογισμοί της έπιασαν τον κόσμο.

the politician's eloquences were impressive.

Οι ελογισμοί του πολιτικού ήταν εντυπωσιακοί.

he spoke with such eloquences that everyone listened.

Έλεγχε με τέτοιους ελογισμούς που όλοι παρακολουθούσαν.

her eloquences in writing are unmatched.

Οι ελογισμοί της στη γραπτή μορφή είναι ανεπανάληπτοι.

they praised his eloquences during the debate.

Συνέπιπταν τους ελογισμούς του κατά τη διάρκεια της συζήτησης.

his eloquences made the presentation memorable.

Οι ελογισμοί του έκαναν την παρουσίαση αξιόλογη.

she has a natural eloquences that draws people in.

Έχει φυσικούς ελογισμούς που ελκύουν τους ανθρώπους.

her eloquences reflect her deep understanding of the topic.

Οι ελογισμοί της αναπαριστούν τη βαθιά κατανόησή της για το θέμα.

his eloquences often persuade others to take action.

Οι ελογισμοί του συχνά πείθουν άλλους να πράξουν.

in poetry, eloquences can evoke strong emotions.

Στην ποίηση, οι ελογισμοί μπορούν να προκαλέσουν ισχυρά συναισθήματα.

Popular Words

Explore frequently searched vocabulary

Download App to Unlock Full Content

Want to learn vocabulary more efficiently? Download the DictoGo app and enjoy more vocabulary memorization and review features!

Download DictoGo Now