| Plural | embezzlements |
embezzlement of funds
κλοπή περιουσιακών στοιχείων
charges relating to the embezzlement of public funds
κατηγορίες σχετικές με την κλοπή δημοσίων περιουσιακών στοιχείων
The company's accountant was caught committing embezzlement.
Ο λογιστής της εταιρείας συνέλαβαν κατά την επαγγελματική κλοπή περιουσιακών στοιχείων.
Embezzlement of funds is a serious crime that can lead to imprisonment.
Η κλοπή περιουσιακών στοιχείων είναι σοβαρό αδίκημα που μπορεί να οδηγήσει σε φυλάκιση.
The embezzlement scheme involved falsifying financial records.
Η σχεδιασμένη κλοπή περιουσιακών στοιχείων περιελάμβανε την παραποίηση των οικονομικών καταγραφών.
He was charged with embezzlement after stealing money from the company.
Τον κατηγορήθηκε για κλοπή περιουσιακών στοιχείων μετά την κλοπή χρημάτων από την εταιρεία.
Embezzlement can result in severe financial losses for businesses.
Η κλοπή περιουσιακών στοιχείων μπορεί να οδηγήσει σε σοβαρές οικονομικές απώλειες για τις επιχειρήσεις.
The embezzlement case is still under investigation by the authorities.
Η υπόθεση της κλοπής περιουσιακών στοιχείων εξακολουθεί να είναι υπό έρευνα από τις αρχές.
The embezzlement of public funds is a betrayal of the people's trust.
Η κλοπή δημοσίων περιουσιακών στοιχείων είναι μια παράδοση της εμπιστοσύνης του λαού.
She was accused of embezzlement when large sums of money went missing.
Την κατηγορήθηκαν για κλοπή περιουσιακών στοιχείων όταν μεγάλα ποσά χρημάτων παρέλειψαν.
The embezzlement scandal caused a public outcry and damaged the company's reputation.
Η υπόθεση της κλοπής περιουσιακών στοιχείων προκάλεσε δημόσια αντιπροσωπεία και έπληξε την επιχειρηματική ρεπούτσα.
Embezzlement is a form of white-collar crime that can have serious consequences.
Η κλοπή περιουσιακών στοιχείων είναι μια μορφή λευκής επαγγελματικής αδικήματος που μπορεί να έχει σοβαρές συνέπειες.
embezzlement of funds
κλοπή περιουσιακών στοιχείων
charges relating to the embezzlement of public funds
κατηγορίες σχετικές με την κλοπή δημοσίων περιουσιακών στοιχείων
The company's accountant was caught committing embezzlement.
Ο λογιστής της εταιρείας συνέλαβαν κατά την επαγγελματική κλοπή περιουσιακών στοιχείων.
Embezzlement of funds is a serious crime that can lead to imprisonment.
Η κλοπή περιουσιακών στοιχείων είναι σοβαρό αδίκημα που μπορεί να οδηγήσει σε φυλάκιση.
The embezzlement scheme involved falsifying financial records.
Η σχεδιασμένη κλοπή περιουσιακών στοιχείων περιελάμβανε την παραποίηση των οικονομικών καταγραφών.
He was charged with embezzlement after stealing money from the company.
Τον κατηγορήθηκε για κλοπή περιουσιακών στοιχείων μετά την κλοπή χρημάτων από την εταιρεία.
Embezzlement can result in severe financial losses for businesses.
Η κλοπή περιουσιακών στοιχείων μπορεί να οδηγήσει σε σοβαρές οικονομικές απώλειες για τις επιχειρήσεις.
The embezzlement case is still under investigation by the authorities.
Η υπόθεση της κλοπής περιουσιακών στοιχείων εξακολουθεί να είναι υπό έρευνα από τις αρχές.
The embezzlement of public funds is a betrayal of the people's trust.
Η κλοπή δημοσίων περιουσιακών στοιχείων είναι μια παράδοση της εμπιστοσύνης του λαού.
She was accused of embezzlement when large sums of money went missing.
Την κατηγορήθηκαν για κλοπή περιουσιακών στοιχείων όταν μεγάλα ποσά χρημάτων παρέλειψαν.
The embezzlement scandal caused a public outcry and damaged the company's reputation.
Η υπόθεση της κλοπής περιουσιακών στοιχείων προκάλεσε δημόσια αντιπροσωπεία και έπληξε την επιχειρηματική ρεπούτσα.
Embezzlement is a form of white-collar crime that can have serious consequences.
Η κλοπή περιουσιακών στοιχείων είναι μια μορφή λευκής επαγγελματικής αδικήματος που μπορεί να έχει σοβαρές συνέπειες.
Explore frequently searched vocabulary
Want to learn vocabulary more efficiently? Download the DictoGo app and enjoy more vocabulary memorization and review features!
Download DictoGo Now