| Plural | empowerments |
personal empowerment
προσωπική ενδυνάμωση
community empowerment
ενδυνάμωση της κοινότητας
economic empowerment
οικονομική ενδυνάμωση
women's empowerment
ενδυνάμωση των γυναικών
youth empowerment
ενδυνάμωση των νέων
social empowerment
κοινωνική ενδυνάμωση
educational empowerment
εκπαιδευτική ενδυνάμωση
self-empowerment
αυτοενδυνάμωση
empowerment strategies
στρατηγικές ενδυνάμωσης
empowerment initiatives
πρωτοβουλίες ενδυνάμωσης
empowerment leads to greater self-confidence.
Η ενδυνάμωση οδηγεί σε μεγαλύτερη αυτοπεποίθηση.
education is a key factor in women's empowerment.
Η εκπαίδευση είναι ένας κλειδαρισμένος παράγοντας στην ενδυνάμωση των γυναικών.
community programs focus on youth empowerment.
Τα προγράμματα κοινότητας εστιάζουν στην ενδυνάμωση των νέων.
empowerment can transform lives and communities.
Η ενδυνάμωση μπορεί να μετατρέψει ζωές και κοινότητες.
financial independence is essential for personal empowerment.
Η οικονομική ανεξαρτησία είναι απαραίτητη για την προσωπική ενδυνάμωση.
empowerment encourages individuals to take action.
Η ενδυνάμωση προωθεί τους ανθρώπους να πάρουν δράση.
workshops on empowerment help build leadership skills.
Τα σεμινάρια για ενδυνάμωση βοηθούν στην ανάπτυξη δεξιοτήτων ηγεσίας.
empowerment strategies can improve workplace morale.
Οι στρατηγικές ενδυνάμωσης μπορούν να βελτιώσουν την ψυχολογική κατάσταση στο χώρο εργασίας.
empowerment is about giving people a voice.
Η ενδυνάμωση είναι για να δίνεται στους ανθρώπους μια φωνή.
social media plays a role in political empowerment.
Τα κοινωνικά μέσα επικοινωνίας παίζουν ρόλο στην πολιτική ενδυνάμωση.
personal empowerment
προσωπική ενδυνάμωση
community empowerment
ενδυνάμωση της κοινότητας
economic empowerment
οικονομική ενδυνάμωση
women's empowerment
ενδυνάμωση των γυναικών
youth empowerment
ενδυνάμωση των νέων
social empowerment
κοινωνική ενδυνάμωση
educational empowerment
εκπαιδευτική ενδυνάμωση
self-empowerment
αυτοενδυνάμωση
empowerment strategies
στρατηγικές ενδυνάμωσης
empowerment initiatives
πρωτοβουλίες ενδυνάμωσης
empowerment leads to greater self-confidence.
Η ενδυνάμωση οδηγεί σε μεγαλύτερη αυτοπεποίθηση.
education is a key factor in women's empowerment.
Η εκπαίδευση είναι ένας κλειδαρισμένος παράγοντας στην ενδυνάμωση των γυναικών.
community programs focus on youth empowerment.
Τα προγράμματα κοινότητας εστιάζουν στην ενδυνάμωση των νέων.
empowerment can transform lives and communities.
Η ενδυνάμωση μπορεί να μετατρέψει ζωές και κοινότητες.
financial independence is essential for personal empowerment.
Η οικονομική ανεξαρτησία είναι απαραίτητη για την προσωπική ενδυνάμωση.
empowerment encourages individuals to take action.
Η ενδυνάμωση προωθεί τους ανθρώπους να πάρουν δράση.
workshops on empowerment help build leadership skills.
Τα σεμινάρια για ενδυνάμωση βοηθούν στην ανάπτυξη δεξιοτήτων ηγεσίας.
empowerment strategies can improve workplace morale.
Οι στρατηγικές ενδυνάμωσης μπορούν να βελτιώσουν την ψυχολογική κατάσταση στο χώρο εργασίας.
empowerment is about giving people a voice.
Η ενδυνάμωση είναι για να δίνεται στους ανθρώπους μια φωνή.
social media plays a role in political empowerment.
Τα κοινωνικά μέσα επικοινωνίας παίζουν ρόλο στην πολιτική ενδυνάμωση.
Explore frequently searched vocabulary
Want to learn vocabulary more efficiently? Download the DictoGo app and enjoy more vocabulary memorization and review features!
Download DictoGo Now