enablers

[US]/[ɪnˈeɪblə(r)]/
[UK]/[ɪnˈeɪblər]/
Frequency: Very High

Translation

n. Ανθρώποι ή πράγματα που κάνουν δυνατή την εμφάνιση κάτι; Ένας άνθρωπος που βοηθά κάποιον να κάνει κάτι, συχνά παρέχοντας υποστήριξη ή ενθάρρυνση.
adj. Που κάνει κάτι δυνατό ή ευκολότερο.

Phrases & Collocations

enablers exist

υπάρχουν παράγοντες ενίσχυσης

identifying enablers

αναγνωρισμός παραγόντων ενίσχυσης

key enablers

βασικοί παράγοντες ενίσχυσης

enabler role

ρόλος παράγοντα ενίσχυσης

enabler system

σύστημα παραγόντων ενίσχυσης

were enablers

ήταν παράγοντες ενίσχυσης

enabler support

υποστήριξη παράγοντα ενίσχυσης

Example Sentences

these new technologies act as enablers for remote work and collaboration.

αυτές οι νέες τεχνολογίες δραστηριοποιούνται ως ενισχυτές για την απομακρυσμένη εργασία και συνεργασία.

strong leadership and clear communication are key enablers of successful projects.

ισχυρή ηγεσία και η καθαρή επικοινωνία είναι κλειδί ενισχυτές για επιτυχημένα έργα.

access to education and healthcare are vital enablers for economic development.

πρόσβαση στην εκπαίδευση και την υγειονομική περίθαλψη είναι ζωτικής σημασίας ενισχυτές για την οικονομική ανάπτυξη.

data analytics provides powerful enablers for informed decision-making.

η ανάλυση δεδομένων παρέχει ισχυρούς ενισχυτές για την ενημερωμένη λήψη αποφάσεων.

government policies can be enablers for innovation and entrepreneurship.

τα κυβερνητικά μέτρα μπορούν να είναι ενισχυτές για την εφεύρεση και την επιχειρηματικότητα.

open communication channels are important enablers for a positive work environment.

τα ανοιχτά κανάλια επικοινωνίας είναι σημαντικοί ενισχυτές για ένα θετικό περιβάλλον εργασίας.

investing in infrastructure is a crucial enabler for regional growth.

η επένδυση στην υποδομή είναι ένας κρίσιμος ενισχυτής για την περιφερειακή ανάπτυξη.

technological advancements serve as significant enablers for scientific breakthroughs.

τα τεχνολογικά βήματα λειτουργούν ως σημαντικοί ενισχυτές για τις επιστημονικές ανακαλύψεις.

a supportive regulatory framework can be an enabler for sustainable business practices.

ένα υποστηρικτικό πλαίσιο κανονισμών μπορεί να είναι ένας ενισχυτής για βιώσιμες επιχειρηματικές πρακτικές.

employee training programs are enablers for improved performance and productivity.

τα προγράμματα εκπαίδευσης προσωπικού είναι ενισχυτές για τη βελτίωση της απόδοσης και της παραγωγικότητας.

digital platforms are increasingly becoming enablers for global trade and commerce.

τα ψηφιακά πλατφόρμα είναι όλο και περισσότερο ενισχυτές για το εμπόριο και την εμπορική δραστηριότητα σε παγκόσμιο επίπεδο.

Popular Words

Explore frequently searched vocabulary

Download App to Unlock Full Content

Want to learn vocabulary more efficiently? Download the DictoGo app and enjoy more vocabulary memorization and review features!

Download DictoGo Now