encompass

[ΗΠΑ]/ɪnˈkʌmpəs/
[ΗΒ]/ɪnˈkʌmpəs/
Συχνότητα: Πολύ Υψηλό

Μετάφραση

vt. περικυκλώνω; περιβάλλω.
Word Forms
Third Person Singularencompasses
Present Participleencompassing
Past Tenseencompassed
Past Participleencompassed

Παραδείγματα Προτάσεων

a lake that encompasses an island;

μια λίμνη που περιλαμβάνει ένα νησί;

a reservoir encompassed by mountains

μια δεξαμενή που περιβάλλεται από βουνά

The enemy encompassed the city.

Ο εχθρός περιέβαλλε την πόλη.

territories encompassing high moor and upland.

εδάφη που περιλαμβάνουν υψίπεδα και ορεινά.

an act designed to encompass the death of the king.

μια πράξη που είχε σχεδιαστεί να περιλαμβάνει τον θάνατο του βασιλιά.

The course will encompass physics, chemistry and biology.

Το μάθημα θα περιλαμβάνει φυσική, χημεία και βιολογία.

He encompassed the ruin of his enemies.

Περίβαλλε την καταστροφή των εχθρών του.

a survey that encompassed a wide range of participants.

μια έρευνα που περιλάμβανε ένα ευρύ φάσμα συμμετεχόντων.

no studies encompass all sectors of medical care.

Καμία μελέτη δεν περιλαμβάνει όλους τους τομείς της ιατρικής περίθαλψης.

Δημοφιλείς Λέξεις

Εξερευνήστε συχνά αναζητημένο λεξιλόγιο

Κατεβάστε την εφαρμογή για να ξεκλειδώσετε όλο το περιεχόμενο

Θέλετε να μάθετε λεξιλόγιο πιο αποδοτικά; Κατεβάστε την εφαρμογή DictoGo και απολαύστε περισσότερες δυνατότητες απομνημόνευσης και επανάληψης λεξιλογίου!

Κατεβάστε το DictoGo τώρα