endogamy

[US]/ɪnˈdɒɡəmi/
[UK]/ɪnˈdɑɡəmi/
Frequency: Very High

Translation

n. γάμος εντός μιας συγκεκριμένης ομάδας ή φυλής; αναπαραγωγή από το ίδιο γονιδιακό υλικό
Word Forms

Phrases & Collocations

endogamy practices

πρακτικές ενδογαμίας

endogamy rules

κανόνες ενδογαμίας

endogamy groups

ομάδες ενδογαμίας

endogamy trends

τάσεις ενδογαμίας

endogamy effects

επιπτώσεις της ενδογαμίας

endogamy policies

πολιτικές ενδογαμίας

endogamy studies

μελέτες ενδογαμίας

endogamy issues

ζητήματα ενδογαμίας

endogamy patterns

μορφές ενδογαμίας

endogamy dynamics

δυναμικές της ενδογαμίας

Example Sentences

endogamy is common in many cultures.

Η ενδογαμία είναι κοινή σε πολλές πολιτισμικές ομάδες.

some communities practice endogamy to preserve their traditions.

Κάποιες κοινότητες ακολουθούν ενδογαμία για να διατηρήσουν τις παραδόσεις τους.

endogamy can lead to genetic diversity issues.

Η ενδογαμία μπορεί να οδηγήσει σε προβλήματα ποικιλομορφίας.

many people are unaware of the concept of endogamy.

Πολλοί άνθρωποι δεν είναι ενήμεροι για την έννοια της ενδογαμίας.

endogamy often occurs in religious groups.

Η ενδογαμία συμβαίνει συχνά σε θρησκευτικές ομάδες.

researchers study endogamy to understand social dynamics.

Οι ερευνητές μελετούν την ενδογαμία για να κατανοήσουν τις κοινωνικές δυναμικές.

endogamy can strengthen community ties.

Η ενδογαμία μπορεί να ενισχύσει τις συνδέσεις της κοινότητας.

some argue that endogamy limits personal freedom.

Κάποιοι υποστηρίζουν ότι η ενδογαμία περιορίζει την προσωπική ελευθερία.

endogamy is often linked to cultural identity.

Η ενδογαμία συνδέεται συχνά με την πολιτιστική ταυτότητα.

endogamy can be a controversial topic in sociology.

Η ενδογαμία μπορεί να είναι ένα πρόβλημα που προκαλεί συζήτηση στη σοσιολογία.

Popular Words

Explore frequently searched vocabulary

Download App to Unlock Full Content

Want to learn vocabulary more efficiently? Download the DictoGo app and enjoy more vocabulary memorization and review features!

Download DictoGo Now