engraver

[US]/ɪn'ɡrevɚ/
Frequency: Very High

Translation

n. ένας άνθρωπος που κόβει ή κατασκευάζει σχέδια σε επιφάνειες, ιδιαίτερα για εκτύπωση ή διακόσμηση.
Word Forms
Pluralengravers

Phrases & Collocations

metal engraver

καταγράφων μετάλλου

wood engraver

καταγράφων ξύλου

Example Sentences

The engraver meticulously carved intricate designs into the metal plate.

Ο χάραξης εργάζεται πολύ προσεκτικά για να αποτυπώσει πολύπλοκες διακοσμήσεις στη μεταλλική πλάκα.

The engraver used a sharp tool to etch the initials onto the glass.

Ο χάραξης χρησιμοποίησε ένα οξύ εργαλείο για να αποτυπώσει τα αρχικά στο γυαλί.

The skilled engraver created beautiful patterns on the jewelry.

Ο ικανός χάραξης δημιούργησε όμορφες προτυπώσεις στα κοσμήματα.

The engraver's work requires precision and attention to detail.

Το έργο του χαράξης απαιτεί ακρίβεια και προσοχή στις λεπτομέρειες.

The engraver specializes in customizing designs for clients.

Ο χάραξης ειδικεύεται στην προσαρμογή σχεδίων για πελάτες.

The engraver carefully engraved the family crest onto the wooden plaque.

Ο χάραξης προσεκτικά αποτύπωσε το σήμα της οικογένειας στη ξυλίνη πλάκα.

The engraver used a variety of techniques to create depth in the artwork.

Ο χάραξης χρησιμοποίησε μια ποικιλία τεχνικών για να δημιουργήσει βάθος στο έργο τέχνης.

The engraver's tools include chisels, burins, and gravers for different effects.

Τα εργαλεία του χαράξης περιλαμβάνουν τσιμπουκάρια, ραπίσια και χαρακτήρες για διαφορετικά αποτελέσματα.

The engraver carefully inscribed the names of the winners on the trophy.

Ο χάραξης προσεκτικά γράφει τα ονόματα των νικητών στο βραβείο.

The engraver's craftsmanship is highly sought after in the art world.

Η τέχνη του χαράξης είναι πολύ ζητούμενη στον κόσμο της τέχνης.

Popular Words

Explore frequently searched vocabulary

Download App to Unlock Full Content

Want to learn vocabulary more efficiently? Download the DictoGo app and enjoy more vocabulary memorization and review features!

Download DictoGo Now