engulfing flames
κατακλυστικές φλόγες
engulfing darkness
κατακλυστικό σκοτάδι
engulfing waves
κατακλυστικά κύματα
engulfing sorrow
κατακλυστική θλίψη
engulfing chaos
κατακλυστικός χάος
engulfing fear
κατακλυστικός φόβος
engulfing passion
κατακλυστική πάθος
engulfing silence
κατακλυστική σιωπή
engulfing storm
κατακλυστική καταιγίδα
engulfing love
κατακλυστική αγάπη
the flames were engulfing the entire building.
οι φλόγες τύλλονταν όλο το κτίριο.
she felt the sadness engulfing her.
αισθάνθηκε τη λύπη να την κυριεύει.
the storm was engulfing the small town.
η καταιγίδα τύλλισε την μικρή πόλη.
his thoughts were engulfing him in despair.
οι σκέψεις τον καταδείνυαν στην απελπισία.
the ocean waves were engulfing the shore.
τα κύματα του ωκεανού τύλισαν την ακτή.
she was engulfing herself in her work.
βυθιζόταν στην δουλειά της.
the city was engulfing in a thick fog.
η πόλη βυθιζόταν σε πυκνό ατμό.
he was engulfing his fears with courage.
αντιμετώπιζε τους φόβους του με θάρρος.
the music was engulfing the entire room.
η μουσική πλημμύρισε όλο το δωμάτιο.
the fire was engulfing everything in its path.
η φωτιά τύλωνε τα πάντα στο πέρασμά της.
engulfing flames
κατακλυστικές φλόγες
engulfing darkness
κατακλυστικό σκοτάδι
engulfing waves
κατακλυστικά κύματα
engulfing sorrow
κατακλυστική θλίψη
engulfing chaos
κατακλυστικός χάος
engulfing fear
κατακλυστικός φόβος
engulfing passion
κατακλυστική πάθος
engulfing silence
κατακλυστική σιωπή
engulfing storm
κατακλυστική καταιγίδα
engulfing love
κατακλυστική αγάπη
the flames were engulfing the entire building.
οι φλόγες τύλλονταν όλο το κτίριο.
she felt the sadness engulfing her.
αισθάνθηκε τη λύπη να την κυριεύει.
the storm was engulfing the small town.
η καταιγίδα τύλλισε την μικρή πόλη.
his thoughts were engulfing him in despair.
οι σκέψεις τον καταδείνυαν στην απελπισία.
the ocean waves were engulfing the shore.
τα κύματα του ωκεανού τύλισαν την ακτή.
she was engulfing herself in her work.
βυθιζόταν στην δουλειά της.
the city was engulfing in a thick fog.
η πόλη βυθιζόταν σε πυκνό ατμό.
he was engulfing his fears with courage.
αντιμετώπιζε τους φόβους του με θάρρος.
the music was engulfing the entire room.
η μουσική πλημμύρισε όλο το δωμάτιο.
the fire was engulfing everything in its path.
η φωτιά τύλωνε τα πάντα στο πέρασμά της.
Εξερευνήστε συχνά αναζητημένο λεξιλόγιο
Θέλετε να μάθετε λεξιλόγιο πιο αποδοτικά; Κατεβάστε την εφαρμογή DictoGo και απολαύστε περισσότερες δυνατότητες απομνημόνευσης και επανάληψης λεξιλογίου!
Κατεβάστε το DictoGo τώρα