enology

[US]/ɪˈnɒlədʒi/
[UK]/ɪˈnɑːlədʒi/
Frequency: Very High

Translation

n. η επιστήμη και μελέτη του κρασιού και της παρασκευής του
Word Forms
Pluralenologies

Phrases & Collocations

wine enology

ενολογία κρασιού

enology degree

πτυχίο ενολογίας

enology course

μάθημα ενολογίας

enology expert

ειδικός ενολογίας

practical enology

πρακτική ενολογία

enology research

έρευνα ενολογίας

enology program

πρόγραμμα ενολογίας

applied enology

εφαρμοσμένη ενολογία

enology workshop

σεμινάριο ενολογίας

enology studies

μελέτες ενολογίας

Example Sentences

she studied enology to become a wine expert.

μελέτησε ενολογία για να γίνει ειδικός στον κρασί

enology involves the science of wine production.

η ενολογία αφορά την επιστήμη της παραγωγής κρασιού

he is passionate about enology and wine tasting.

είναι ένας θερμός υποστηρικτής της ενολογίας και της αξιολόγησης κρασιού

many universities offer degrees in enology.

πολλά πανεπιστήμια προσφέρουν πτυχία στην ενολογία

enology includes studying grape varieties and fermentation.

η ενολογία περιλαμβάνει τη μελέτη των ειδών των αμπελιών και της ζύμωσης

she works in enology, focusing on sustainable practices.

δουλεύει στην ενολογία, με έμφαση στις βιώσιμες πρακτικές

enology is essential for understanding wine quality.

η ενολογία είναι απαραίτητη για την κατανόηση της ποιότητας του κρασιού

he attended a workshop on enology and viticulture.

συμμετείχε σε ένα σεμινάριο για ενολογία και αμπελουργία

her knowledge of enology helped her in the wine industry.

η γνώση της ενολογίας της τη βοήθησε στη βιομηχανία του κρασιού

enology combines art and science in winemaking.

η ενολογία συνδυάζει την τέχνη και την επιστήμη στην παραγωγή κρασιού

Popular Words

Explore frequently searched vocabulary

Download App to Unlock Full Content

Want to learn vocabulary more efficiently? Download the DictoGo app and enjoy more vocabulary memorization and review features!

Download DictoGo Now