enormity

[ΗΠΑ]/ɪˈnɔːməti/
[ΗΒ]/ɪˈnɔːrməti/
Συχνότητα: Πολύ Υψηλό

Μετάφραση

n. ακραία αδικία ή πονηριά· μια απαράδεκτη πράξη· η ιδιότητα του να είναι απαράδεκτο· ακραία τεράστια έκταση ή απίστευτη έκταση.
Word Forms

Παραδείγματα Προτάσεων

the enormity of the crime

η τεράστια έκταση του εγκλήματος

the enormity of his intellect.

η τεράστια έκταση του μυαλό του.

the enormities of the Hitler regime.

οι τεράστιες διαστάσεις του καθεστώτος του Χίτλερ.

the enormity of the job of feeding the whole world

η τεράστια έκταση της δουλειάς του να ταΐσει ολόκληρο τον κόσμο

a thorough search disclosed the full enormity of the crime.

Μια ενδελεχής έρευνα αποκάλυψε την πλήρη έκταση του εγκλήματος.

the full enormity of what was happening came home to Sara.

Η πλήρης έκταση του τι συνέβαινε έφτασε στην Σάρα.

It’s difficult to grasp the sheer enormity of the tragedy.

Είναι δύσκολο να κατανοήσει κανείς την τεράστια έκταση της τραγωδίας.

Her words brought home the enormity of what was happening.

Τα λόγια της έφεραν στην πραγματικότητα την τεράστια έκταση του τι συνέβαινε.

Δημοφιλείς Λέξεις

Εξερευνήστε συχνά αναζητημένο λεξιλόγιο

Κατεβάστε την εφαρμογή για να ξεκλειδώσετε όλο το περιεχόμενο

Θέλετε να μάθετε λεξιλόγιο πιο αποδοτικά; Κατεβάστε την εφαρμογή DictoGo και απολαύστε περισσότερες δυνατότητες απομνημόνευσης και επανάληψης λεξιλογίου!

Κατεβάστε το DictoGo τώρα