entering

[ΗΠΑ]/[ˈentərɪŋ]/
[ΗΒ]/[ˈentərɪŋ]/
Συχνότητα: Πολύ Υψηλό

Μετάφραση

v. να εισέλθω ή να πάω σε ένα μέρος· να αρχίσω να είμαι σε μια συγκεκριμένη κατάσταση ή συνθήκη· να γίνω μέλος μιας ομάδας ή ενός οργανισμού
adj. που σχετίζεται με την πράξη της εισόδου
n. η πράξη της εισόδου
Word Forms
Pluralenterings

Φράσεις & Συνηθισμένοι Συνδυασμοί

entering the room

εισάγοντας το δωμάτιο

entering data

εισάγοντας δεδομένα

entering a phase

εισάγοντας μια φάση

entering the market

εισάγοντας την αγορά

entering a competition

εισάγοντας έναν διαγωνισμό

entering details

εισάγοντας λεπτομέρειες

entering now

εισάγοντας τώρα

entering the building

εισάγοντας το κτίριο

entering text

εισάγοντας κείμενο

entering information

εισάγοντας πληροφορίες

Δημοφιλείς Λέξεις

Εξερευνήστε συχνά αναζητημένο λεξιλόγιο

Κατεβάστε την εφαρμογή για να ξεκλειδώσετε όλο το περιεχόμενο

Θέλετε να μάθετε λεξιλόγιο πιο αποδοτικά; Κατεβάστε την εφαρμογή DictoGo και απολαύστε περισσότερες δυνατότητες απομνημόνευσης και επανάληψης λεξιλογίου!

Κατεβάστε το DictoGo τώρα