| Plural | enticements |
To feel nonego and keep enticement away from disimpassioned heart.Can you do that?
Να αισθανθείς απερισκευαστικό και να διατηρήσεις τον προσφορέα από το απροσκόπτως καρδιά. Μπορείς να το κάνεις αυτό;
The enticements of the big city lured her away from her home.
Οι προσφορές της μεγάλης πόλης την έπεισαν να απομακρυνθεί από το σπίτι της.
She used her charm as an enticement to get what she wanted
Χρησιμοποίησε την ελκυστικότητά της ως προσφορά για να πάρει ό,τι ήθελε.
To feel nonego and keep enticement away from disimpassioned heart.Can you do that?
Να αισθανθείς απερισκευαστικό και να διατηρήσεις τον προσφορέα από το απροσκόπτως καρδιά. Μπορείς να το κάνεις αυτό;
The enticements of the big city lured her away from her home.
Οι προσφορές της μεγάλης πόλης την έπεισαν να απομακρυνθεί από το σπίτι της.
She used her charm as an enticement to get what she wanted
Χρησιμοποίησε την ελκυστικότητά της ως προσφορά για να πάρει ό,τι ήθελε.
Explore frequently searched vocabulary
Want to learn vocabulary more efficiently? Download the DictoGo app and enjoy more vocabulary memorization and review features!
Download DictoGo Now