enticing

[ΗΠΑ]/ɪn'taɪsɪŋ/
Συχνότητα: Πολύ Υψηλό

Μετάφραση

adj. δελεσευτικός
v. δελεάζω· εξαπατώ
Word Forms
Present Participleenticing

Παραδείγματα Προτάσεων

The enticing aroma of freshly baked bread filled the bakery.

Η δελεαστική μυρωδιά του φρεσκοψημένου ψωμιού πληρούσε το αρτοποιείο.

She found the offer too enticing to resist.

Βρήκε την προσφορά πολύ δελεαστική για να την αντισταθεί.

The enticing display of jewelry caught her eye immediately.

Η δελεαστική έκθεση των κοσμημάτων τράβηξε αμέσως το βλέμμα της.

The enticing dessert menu made it hard to choose just one item.

Το δελεαστικό μενού επιδορπίων έκανε δύσκολο να επιλέξει κανείς μόνο ένα αντικείμενο.

His enticing smile always brightened her day.

Το δελεαστικό του χαμόγελο πάντα φώτιζε την ημέρα της.

The enticing colors of the sunset painted the sky in shades of pink and orange.

Τα δελεαστικά χρώματα του ηλιοβασιλέματος ζωγράφισαν τον ουρανό σε αποχρώσεις ροζ και πορτοκαλί.

The enticing sound of laughter filled the room.

Ο δελεαστικός ήχος του γέλιου πληρούσε το δωμάτιο.

The enticing offer of a free trial convinced many customers to sign up.

Η δελεαστική προσφορά μιας δωρεάν δοκιμής έπεισε πολλούς πελάτες να εγγραφούν.

The enticing book cover made her eager to start reading.

Το δελεαστικό εξώφυλλο του βιβλίου την έκανε να ανυπομονεί να αρχίσει να διαβάζει.

The enticing smell of barbecue wafted through the neighborhood, making everyone hungry.

Η δελεαστική μυρωδιά του μπάρμπεκιού διαχέρωνε την περιοχή, κάνοντας τον καθένα να πεινάσει.

Δημοφιλείς Λέξεις

Εξερευνήστε συχνά αναζητημένο λεξιλόγιο

Κατεβάστε την εφαρμογή για να ξεκλειδώσετε όλο το περιεχόμενο

Θέλετε να μάθετε λεξιλόγιο πιο αποδοτικά; Κατεβάστε την εφαρμογή DictoGo και απολαύστε περισσότερες δυνατότητες απομνημόνευσης και επανάληψης λεξιλογίου!

Κατεβάστε το DictoGo τώρα